Με την πρόταση νόμου της Προέδρου της Βουλής που κατατέθηκε στην Ολομέλεια του Σώματος στις 30 Σεπτεμβρίου για τη θέσπιση του αξιοποίνου της γυναικοκτονίας ως ιδιώνυμου κακουργήματος κατά της ζωής, η Δημοκρατία βρίσκεται σε μια πολύ σημαντική στιγμή στην ιστορία της ποινικής της νομοθεσίας. Με τη νέα διάταξη, αν αυτή γίνει δεκτή, θα επιβάλλεται ισόβια φυλάκιση στους δράστες μισογυνικών ανθρωποκτονιών, εφ’ όσον θα συντρέχουν οι όροι που περιέχονται στο νέο άρθρο του Ποινικού Κώδικα, όταν δηλαδή ο θάνατος π.χ. θα προκαλείται από άσκηση βίας από ερωτικό σύντροφο, θα είναι προϊόν βασανισμού ή ενδοοικογενειακής βίας, διακρίνουσας μεταχείρισης ή θυματοποίησης στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος, όταν θα καταχράται ο δράστης σχέση εμπιστοσύνης ή επιρροής κ.λπ. Στην εμπνευσμένη της ομιλία στη συνεδρία της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής Επιτροπής στις αρχές του Νιόβρη, η κ. Δημητρίου οριοθέτησε την ανάγκη και τους στόχους της μεταρρύθμισης με τρόπο πλήρη και πειστικό, επανέλαβε δε με την ίδια πληρότητα και καθαρότητα λόγου τους στόχους αυτούς και στην πρόσφατη εκδήλωση για τη γυναικοκτονία της οργάνωσης «Οξυγόνο» σε συνεργασία με το Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Η πρόταση πρέπει να χαιρετιστεί επί της αρχής με τον πιο σαφή και ξεκάθαρο τρόπο. Διά της προτάσεως αυτής η Δημοκρατία συμμορφώνεται με τις διεθνείς της υποχρεώσεις, υλοποιεί μια αδήριτη πια στις μέρες μας επιταγή αντεγκληματικής πολιτικής, συνεχίζει εύστοχα την καλή της παράδοση στη νομοθέτηση κατά της έμφυλης διακριτικής μεταχείρισης στο πλαίσιο ενός ποινικού δικαίου προστασίας και ενδυνάμωσης δικαιωμάτων, πρωτοστατεί, τέλος, στην καθιέρωση στον ευρωπαϊκό δικαιικό χώρο του εγκλήματος της γυναικοκτονίας, διακρινόμενη τιμητικά από άλλες αδρανείς ή και οπισθοδρομικές στο θέμα εθνικές έννομες τάξεις, όπως η ελλαδική.  

Ακούγεται συχνά ότι η πρόταση, ως έχει, απαιτεί πολλούς όρους για τη στοιχειοθέτησή της, δυσχεραίνει την απόδειξη και το έργο της κατηγορούσας Αρχής και περιέχει ασάφειες. Τα επιχειρήματα αυτά είναι άξια προσοχής ως συμβολή στον δημιουργικό διάλογο για τη βέλτιστη αποτύπωση στον Κώδικα του εγκλήματος. Οι αιτιάσεις που περιέχουν μπορούν να απαντηθούν σχετικά ευχερώς. Κατ’ αρχάς, δεν νοείται ποινική διάταξη χωρίς όρους που αποδίδουν το νόημά της. Άλλως θα χορηγούσαμε «λευκή επιταγή» για τις φυλακές. Περαιτέρω, οι ατέλειες που επισημαίνονται αίρονται με επί μέρους στοχευμένες βελτιώσεις. Άλλωστε, ο Κύπριος δικαστής είναι ήδη εξοικειωμένος με αόριστες αξιολογικές έννοιες, δεν τις γνωρίζει τώρα για πρώτη φορά. Τέλος, δεν απαγορεύεται στον νομοθέτη να προβλέψει εν ανάγκη ο ίδιος οιονεί αντιστροφή του βάρους απόδειξης και αποκλεισμό υπερασπίσεων, πράγμα που έχει ήδη συμβεί αλλού, όπως στην εμπορία ανθρώπων.

Κυρίως όμως, αν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αποσκοπούν στο να αρκεστούμε στην αναγωγή σε κάποιες απλώς επιβαρυντικές περιστάσεις του ήδη υπάρχοντος αδικήματος της ανθρωποκτονίας, αυτό πρέπει σθεναρά να αποκρουσθεί. Ισοδυναμεί με ακύρωση του ίδιου του νοήματος της νέας πρόνοιας, θα υπέσκαπτε τη σημασία και το συμβολικό της βάρος και θα παρέβλεπε το ίδιο το ώριμο αίτημα της κοινωνίας για ρητή έκφραση μηδενικής ανοχής στην πιο βαριά και ήδη απαράδεκτα εκτεταμένη μορφή έμφυλης βίας κατά των γυναικών, στερώντας έτσι τον νόμο από την δικαιο-παιδαγωγική του αποστολή.

Η πρόταση νόμου της πραγματικά αξιέπαινης Προέδρου της Βουλής, πρόταση που συνάντησε καθολική ομοφωνία επί της αρχής, όπως εκφράστηκε στη Βουλή από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, δεν πρέπει να αφεθεί να χάσει την αιχμή της. Θα ήταν μια «άδοξη» δικαιοπολιτική ήττα της Δημοκρατίας όταν όλα είναι ώριμα για μια μεγάλη και ριζοσπαστική της νίκη σε νομοθετικό επίπεδο πανευρωπαϊκά.      

*Αναπλ. Καθηγητής  Ποινικού Δικαίου & Φιλοσοφίας Δικαίου, Τμήμα Νομικής, Πανεπιστήμιο Κύπρου (papacha@ucy.ac.cy)