Όταν πριν από μια εικοσαετία και συγκεκριμένα το 1998 λειτούργησε η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, το ραδιοτηλεοπτικό περιβάλλον του τόπου, ήταν χωρίς νομοθετικό πλαίσιο, χωρίς κανονισμούς και τα κανάλια, ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά, λειτουργούσαν χωρίς κανονικές άδειες. Μέσα στα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν από τότε, έγιναν πολλά με αποτέλεσμα στο σήμερα, να υπάρχουν νόμοι και κανονισμοί που επιβάλλουν ένα σαφώς πιο υγιές περιβάλλον λειτουργίας των ηλεκτρονικών ΜΜΕ.

Το «άγρυπνο μάτι» της Αρχής παρακολουθεί τα όσα βγαίνουν στον «αέρα» από τα ραδιοτηλεοπτικά κανάλια και εκεί που εντοπίζονται παραβιάσεις της νομοθεσίας, υπάρχει η παρέμβαση που επιβάλλει την τάξη και εκεί που χρειάζεται την τιμωρία. Στο τιμόνι της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, βρίσκεται τον τελευταίο χρόνο η δικηγόρος Ρόνα Πετρή Κασάπη που από τη θέση της προέδρου και με τη βοήθεια του υπόλοιπου διοικητικού συμβουλίου, προσπαθεί και κρατά –κατά γενική ομολογία– το ραδιοτηλεοπτικό πεδίο του τόπου, σε επίπεδα που επιβάλλει, όχι μόνο η νομοθεσία αλλά και οι κοινωνικές απαιτήσεις του σήμερα και του τόπου. Για τα εικοσάχρονά της, η Αρχή ετοίμασε σειρά εορταστικών εκδηλώσεων για τις οποίες μίλησε στον «Φ» και με την ευκαιρία παραχώρησε τη συνέντευξη που ακολουθεί.

«Από το 1998 μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά τόσο στην ίδια την Αρχή, όσο και στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο» αναφέρει η Ρόνα Πετρή Κασάπη. «Στην Αρχή, με την εγκατάσταση του λογισμικού προγράμματος IRIS, αναβαθμίστηκε η τεχνολογική υποστήριξη της υπηρεσίας. Είναι πλέον εφικτή η καθημερινή παρακολούθηση, καταγραφή, αποθήκευση σε ψηφιακή μορφή και η επεξεργασία των προγραμμάτων όλων των παγκύπριας εμβέλειας τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών οργανισμών, καθώς επίσης και των τοπικών ραδιοφωνικών οργανισμών της Λευκωσίας. Στόχος μας είναι στο σύντομο μέλλον να γίνει εφικτή και η καταγραφή των τοπικών ραδιοφωνικών οργανισμών των άλλων Επαρχιών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μέχρι να επιτευχθεί, αυτοί οι οργανισμοί βρίσκονται στο απυρόβλητο. Όσον αφορά τώρα στο ραδιοτηλεοπτικό πεδίο, κομβικό σημείο αναφοράς στα 20 χρόνια της λειτουργίας της Αρχής, ήταν η πλήρης μετάβαση της Κύπρου, το 2011, από το αναλογικό στο ψηφιακό τηλεοπτικό περιβάλλον, η τροποποίηση της Κοινοτικής Οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων το 2010 και κατά συνέπεια η τροποποίηση της εθνικής μας νομοθεσίας, για να καλύψουν νέες υπηρεσίες λόγω ακριβώς της ψηφιακής εποχής καθώς επίσης η μεγάλη αύξηση του αριθμού των αδειούχων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που σήμερα έχουν φτάσει τους 76 συμπεριλαμβανομένων και των καναλιών της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης (ΡΙΚ).» 

Σύμφωνα με την ίδια, το σημερινό ραδιοτηλεοπτικό πεδίο είναι σε πολύ καλύτερα επίπεδα, τουλάχιστον από πλευράς νομοθεσίας, εποπτείας και ρύθμισης, απ’ ό,τι ήταν το 1998. «Τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Αρχής ήταν δύσκολα γιατί είχε την ευθύνη και την αποστολή να ρυθμίσει ένα πολύπλοκο πεδίο, το οποίο μέχρι τότε λειτουργούσε χωρίς καμία ρύθμιση, χωρίς νομοθετικό πλαίσιο, χωρίς κανονισμούς και χωρίς κανονικές άδειες. Είκοσι χρόνια μετά, το τοπίο έχει ρυθμιστεί, όλοι οι οργανισμοί λειτουργούν με άδεια της Αρχής, καταβάλλονται τα σχετικά τέλη άδειας και σε γενικές γραμμές, οι οργανισμοί λειτουργούν πλέον στα πλαίσια των προνοιών της νομοθεσίας. Το γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως πετύχαμε απόλυτα τους στόχους μας, ούτε και πως δεν παρατηρούνται κρούσματα παράβασης της νομοθεσίας. Θεωρώ όμως πως η εικόνα που έχουμε μπροστά μας σήμερα είναι σαφώς πολύ πιο βελτιωμένη σε σχέση με την εικόνα που είχαμε το 1998. Περιθώρια για περαιτέρω βελτίωση και αναβάθμιση της ποιότητας των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν. Το θετικό όμως στοιχείο είναι πως, σε γενικές τουλάχιστον γραμμές, θα έλεγα ότι οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί συνεργάζονται με την Αρχή, σέβονται τις αποφάσεις της και προσπαθούν, όσο το δυνατόν, να υιοθετούν και να ακολουθούν τις υποδείξεις της, τις οποίες λαμβάνουν, τόσο μέσα από τακτική επικοινωνία που έχει μαζί τους, όσο και μέσα από εγκυκλίους αλλά και τις ίδιες τις αποφάσεις που εκδίδει, στις περιπτώσεις όπου εξετάζει υποθέσεις παραβάσεων».

Από την ημέρα που ξεκίνησε τη λειτουργία της η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης μέχρι σήμερα, πολλά έχουν αλλάξει στον τομέα του προσωπικού της που έχει αυξηθεί σημαντικά, όμως ανάγκες εξακολουθούν να υπάρχουν. Είπε συγκεκριμένα η Ρόνα Πετρή Κασάπη:

«Αρχή ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1998 σε ένα μικρό διαμέρισμα, με έξι άτομα προσωπικό. Σήμερα,  εργοδοτεί 27 υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένου και του Διευθυντή της. Σίγουρα υπάρχει ανάγκη για την εργοδότηση επιπλέον Λειτουργών, λόγω του ότι ο αριθμός των εποπτευόμενων οργανισμών έχει αυξηθεί σημαντικά αλλά και γιατί έχει επίσης διευρυνθεί το φάσμα των υποχρεώσεων της Αρχής τόσο σε σχέση με τις εποπτικές της υποχρεώσεις, όσο και σε σχέση με τις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις, εφόσον μιλάμε για Ρυθμιστική Αρχή που εδρεύει και λειτουργεί σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Απαντώντας στην ερώτηση εάν τα τελευταία χρόνια, καταγράφεται αύξηση ή μείωση στις παραβιάσεις της νομοθεσίας από τα ραδιοτηλεοπτικά κανάλια, η πρόεδρος της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης δεν το κρύβει ότι αυξήθηκαν τα παράπονα που υποβάλλονται από τους πολίτες: 

«Υπάρχουν διακυμάνσεις όσον αφορά σε θέματα παραβάσεων της νομοθεσίας. Δεν καταγράφεται ούτε σταθερή αύξηση, ούτε σταθερή μείωση. Εκείνο που θα έλεγα ότι παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, είναι μια σταθερή αύξηση στον αριθμό των παραπόνων που υποβάλλονται από το κοινό, σε σχέση με το περιεχόμενο ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων. Χαρακτηριστικά να σας αναφέρω ότι το 2017, η Αρχή εξέτασε 173 υποθέσεις για παραβάσεις της νομοθεσίας από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, τα 4/5 εκ των οποίων διερευνήθηκαν μετά από την υποβολή παραπόνων από το κοινό. Το γεγονός αυτό φανερώνει μια τάση αυξημένης ευαισθησίας του κοινού, το οποίο φαίνεται πως δεν παρακολουθεί τα ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα ως παθητικός δέκτης, αλλά ως δέκτης με κρίση και άποψη. Πλείστα παράπονα για ψυχαγωγικά προγράμματα αφορούν σε σκηνές βίας ακατάλληλες για ανηλίκους, θέματα υψηλής ποιότητας και διαφύλαξης της γλώσσας ενώ, όσον αφορά σε ενημερωτικά προγράμματα τα παράπονα έχουν να κάνουν με θέματα όπως η αρχή του σεβασμού της προσωπικότητας και της υπόληψης ατόμων, στη χρήση της γλώσσας με τρόπο που θίγει ευαισθησίες θρησκευτικών ή πολιτικών ομάδων, στην ακρίβεια και εγκυρότητα της είδησης, καθώς επίσης σε μεταδόσεις ρεπορτάζ με θέμα τη βία ή εγκληματικές πράξεις, τα οποία δεν προπαρασκευάστηκαν με ευαισθησία».

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, είναι σύνηθες φαινόμενο η έκδοση εγκυκλίων από μέρους της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης προς τα ραδιοτηλεοπτικά κανάλια. Για παράδειγμα, εξέδωσε εγκυκλίους σε περιπτώσεις όπως το διπλό φονικό, για υποθέσεις που αφορούσαν παιδιά. Έφεραν όμως αποτέλεσμα αυτές οι προληπτικές –όπως χαρακτηρίστηκαν- παρεμβάσεις; Ι

«Να επισημάνουμε καταρχήν ότι η Αρχή ενεργεί κατασταλτικά και όχι προληπτικά και σίγουρα σε καμία περίπτωση, δεν ασκεί λογοκρισία στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς. Παρόλα αυτά, για πολύ σοβαρά γεγονότα τα οποία συνταράσσουν και απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη, όπως για παράδειγμα το πρόσφατο διπλό φονικό στη Λευκωσία ή ο θάνατος του δεκάχρονου μαθητή στη Λάρνακα, η Αρχή εκδίδει και κυκλοφορεί σχετικές εγκυκλίους σε μια προσπάθειά της να υπενθυμίζει στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας, ούτως ώστε να τις λαμβάνουν υπόψη, στα πλαίσια μιας δικής τους αν θέλετε αυτορύθμισης, έτσι ώστε να αποφεύγουν να προβαίνουν σε παραβάσεις της νομοθεσίας, ειδικότερα όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστούν και θα προβάλουν τέτοια συμβάντα. Ως εκ τούτου, θα έλεγα ότι τέτοιες ενέργειες της Αρχής τυγχάνουν της στήριξης και της θετικής προσέγγισης, τόσο από το κοινό, όσο και από τους ίδιους τους οργανισμούς και στην τελική, επιτυγχάνουν τον σκοπό τους, που όπως έχω ήδη επισημάνει, είναι να βοηθήσουν τους οργανισμούς να αποφύγουν πιθανές παραβάσεις και κατά συνέπεια, να αποφύγουν την επιβολή αντίστοιχων κυρώσεων από την Αρχή».

Βλέποντας μπροστά
Αναφερόμενη στους μελλοντικούς στόχους της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, η Ρόνα Πετρή Κασάπη, τόνισε:
«Σημαντικός στόχος είναι η εξωστρέφεια και η αναβάθμιση της κοινωνικής παρέμβασης της Αρχής, ούτως ώστε να γίνει γνωστή στο ευρύτερο κοινό. Θέλουμε επίσης να ενισχύσουμε ουσιαστικά τον κοινωνικό ρόλο της Αρχής, πέραν του ρυθμιστικού και εποπτικού ρόλου που διαδραματίζει. Στόχος, είναι η εκπαίδευση τόσο των παιδιών και των απλών πολιτών, όσο και των επαγγελματιών των μέσων μαζικής ενημέρωσης, μέσα από την οργάνωση σεμιναρίων και βιωματικών εργαστήριων που αφορούν στο σημαντικό κεφάλαιο της παιδείας στα μέσα. Σημαντική θα έλεγα είναι για εμάς η τακτική επικοινωνία μας με τον κόσμο αλλά και με εκπροσώπους των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και δημοσιογράφους. Επίσης, σημαντικός στόχος είναι η επανεκκίνηση της διαδικασίας για τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας για σκοπούς εκσυγχρονισμού της και για την εισαγωγή νέων προνοιών που θα ρυθμίσουν με περισσότερη λεπτομέρεια την ψηφιακή και δορυφορική τηλεόραση. Τέλος, βασικός επίσης στόχος είναι η πλήρης ψηφιοποίηση των εγγράφων και των αρχείων της Αρχής. Ήδη, εδώ και μήνες, έχουμε καταργήσει την αποστολή εγγράφων και σημειωμάτων τυπωμένων σε χαρτί, για σκοπούς ενημέρωσης και για τις συνεδρίες της Αρχής στα μέλη του Συμβουλίου. Τώρα, όλα τα σχετικά έγγραφα αποστέλλονται σε ψηφιακή μορφή».

Άλλη η σχέση με τη δημόσια τηλεόραση και άλλη με την ιδιωτική

Το καθεστώς που διέπει τις σχέσεις της Αρχής με το ΡΙΚ είναι διαφορετικό από εκείνο με τον ιδιωτικό τομέα, γεγονός που προβληματίζει, και η κ. Κασάπη ανέφερε:
«Η εποπτεία και ο έλεγχος του περιεχομένου των προγραμμάτων της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, δηλαδή του ΡΙΚ, από την Αρχή, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο έλεγχο που ασκεί στους ιδιωτικούς οργανισμούς, είναι ένα θέμα το οποίο μας απασχολεί και προβληματίζει εδώ και αρκετά χρόνια. Να σημειώσουμε ότι ο έλεγχος που ασκεί η Αρχή στο ΡΙΚ είναι πολύ περιορισμένος και το γεγονός αυτό δημιουργεί μια άνιση μεταχείριση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης. Το πρόβλημα επιδεινώθηκε το 2010, όταν στα πλαίσια εναρμονιστικών τροποποιήσεων τόσο του Νόμου που αφορά στη λειτουργία της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, όσο και του Νόμου που ρυθμίζει τη λειτουργία του ΡΙΚ, αφαιρέθηκαν δυστυχώς σημαντικές πρόνοιες που έδιναν το δικαίωμα στην Αρχή να ασκεί έλεγχο στο περιεχόμενο των προγραμμάτων του ΡΙΚ, όπως για παράδειγμα για θέματα που άπτονται της προστασίας των ανηλίκων. Σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών προωθούμε και πάλι την τροποποίηση του Νόμου του ΡΙΚ ούτως ώστε, σε πρώτο τουλάχιστον στάδιο, να επανέλθουν αυτές οι σημαντικές πρόνοιες που είχαν αφαιρεθεί. Σε δεύτερο στάδιο, στόχος της Αρχής είναι η διεύρυνση του φάσματος του ελέγχου των προγραμμάτων του ΡΙΚ σε ισότιμο βαθμό με τον έλεγχο που ασκείται στους ιδιωτικούς οργανισμούς. Να σημειώσω τέλος πως μια άλλη σχέση που διέπει την Αρχή με το ΡΙΚ, αφορά στην ετήσια έκθεση ελέγχου που ετοιμάζει η Αρχή για το ΡΙΚ, με βάση ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που προσφέρει το Ίδρυμα, ούτως ώστε να διαπιστώνεται κατά πόσον εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ως ο επίσημος φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόραση της χώρας.

Ίσως να μην είναι ευρέως γνωστό, όμως η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου αναπτύσσει σημαντική δράση και εκτός του νησιού, όπως σημείωσε η πρόεδρός της:

«Η Αρχή συμμετέχει ενεργά σε τρεις ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Στην ομάδα της ERGA, η οποία λειτουργεί υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όπου συμμετέχουν οι Ρυθμιστικές Αρχές των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρμόδιες για υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων. Συμμετέχει επίσης ως μέλος στην Ευρωπαϊκή Πλατφόρμα Ρυθμιστικών Αρχών (EPRA) στην οποία συμμετέχουν χώρες μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς επίσης στο Μεσογειακό Δίκτυο Ρυθμιστικών Αρχών (MNRA), όπου συμμετέχουν Ρυθμιστικές Αρχές των χωρών της Μεσογείου. Τέλος, ο Διευθυντής της Αρχής εκπροσωπεί την Κύπρο στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Οπτικοακουστικού Παρατηρητηρίου. Πρόκειται για οργανισμό του Συμβουλίου της Ευρώπης ο οποίος ασχολείται με στατιστικές έρευνες, μελέτες και εκδόσεις που αφορούν στα οπτικοακουστικά μέσα και τον κινηματογράφο στην Ευρώπη. Στα πλαίσια της συμμετοχής της Αρχής στους πιο πάνω οργανισμούς, έχει αναπτύξει πολύ καλές συνεργασίες με όλες τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές Αρχές. Πέραν τούτου, η Αρχή έχει ήδη συνάψει ειδικά μνημόνια συνεργασίας και συναντήληψης με τις Ρυθμιστικές Αρχές της Ελλάδας, της Μάλτας, του Ισραήλ, του Μαρόκο και της Κροατίας.