Προ 15 ετών περίπου -και στη συνέχεια κατά περιόδους- ασχοληθήκαμε σε αυτήν την στήλη με την ανάγκη για τη φορολογία του αδρανούς πλούτου, με ιδιαίτερη αναφορά για τα κενά οικόπεδα/γη σε αναπτυξιακές περιοχές.

Περίπου το 40% της αναπτυξιακής γης στην Κύπρο είναι κενή, χωρίς καμία ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει έλλειψη προσφοράς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν συνεχώς αυξανόμενες τιμές, σε σημείο που αυτές να μην ανταποκρίνονται στην οικονομική δυνατότητα των Κυπρίων.  Αποτέλεσμα είναι η διατήρηση αυτών των κενών κτημάτων και από εκείνους που δεν τα χρειάζονται, αλλά τα χρησιμοποιούν σαν ένα μέσο αποταμίευσης για μελλοντική χρήση, είτε ως κενός χώρος, είτε/και για μελλοντική χρήση από την οικογένεια.

Είναι, λοιπόν, με ικανοποίηση που παρατηρούμε ότι ο Δήμος Λευκωσίας αποφάσισε να εισηγηθεί την επιβολή αυξημένης φορολογίας σε τέτοια αδρανή αναπτυξιακά κτήματα, σε μια προσπάθεια να ενθαρρύνει την ανάπτυξη (αυξάνοντας τη φορολογία ακίνητης ιδιοκτησίας κατά 20% από την κανονική), πιέζοντας, έτσι, τους ιδιοκτήτες να τη διαθέσουν στην αγορά. Άνκαι είμαστε της άποψης ότι η αύξηση 20% δεν είναι μεγάλο ποσοστό για να πετύχει αυτή η προσπάθεια, είναι μια κίνηση προς την ορθή κατεύθυνση. Το πρόβλημα που παραμένει είναι πώς εφαρμόζεται αυτό το μέτρο, διότι, εκτός από τυχόν νομικά κωλύματα, θα υπάρξουν και αντιδράσεις από (ιδιαίτερα) μεγάλους ιδιοκτήτες τέτοιων χώρων (όπως η Εκκλησία και άλλοι) και παρόλη την υποστήριξη μας σε τέτοια μέτρα, είναι αμφίβολη η επιτυχής εφαρμογή της πρότασης.

Είναι ασφαλώς μια κατ’ αρχήν πρόταση, η οποία χρειάζεται επεξεργασία στη λεπτομέρεια της. Η αύξηση της φορολογίας κατά 20% (σε τιμές Κτηματολογίου, με την πιο πρόσφατη ημερομηνία εκτίμησης την 1.1.2018) δεν θεωρούμε ότι είναι αρκετή για να ενθαρρύνει τη διάθεση/ανάπτυξη κενών αναπτυξιακών κτημάτων, αλλά έστω και αυτή είναι μια αρχή για να εμπεδωθεί ο σκοπός/λόγος αυτής της αύξησης. Πιστεύουμε ότι η προσπάθεια αυτή είναι ένα εργαλείο προς την ορθή πολεοδόμηση, τη συγκράτηση των τιμών και τον περιορισμό της διασποράς της ανάπτυξης εκτός πόλεων (με πολλά άλλα οφέλη).

Τι σημαίνει όμως κενά κτήματα; Εκτός από το προφανές, υπάρχουν οικόπεδα/αναπτυξιακοί χώροι που έτυχαν ενός πολύ μικρού ποσοστού ανάπτυξης σε σχέση με τη δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης του ακινήτου.

Για παράδειγμα, ένα οικόπεδο επί της Μακαρίου, με δυνατότητα ανάπτυξης (βάσει του συντελεστή δόμησης) 120%, αλλά εντός αυτού υπάρχει οικοδομή (π.χ. γκαράζ, παλιά κατοικία κλπ) εμβαδού 200 τ.μ. (σε οικόπεδο με τη δυνατότητα ανάπτυξης ±600 τ.μ., πρέπει να θεωρείται κενό ή όχι; Κατ’ εμάς και για τους σκοπούς αυτής της φορολογίας, κενός χώρος θα πρέπει να θεωρείται εκείνος ο οποίος έχει αναπτυχθεί με οικοδομή λιγότερο από 50% του επιτρεπόμενου, ενώ οικοδομές χωρίς άδεια οικοδομής (και οι επεκτάσεις τους) δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη (η μη αδειούχα ανάπτυξη/ επέκταση τους). Ταυτόχρονα, οικοδομές που δεν τίθενται σε χρήση για χρονικό διάστημα πέραν των 5 ετών, πρέπει να θεωρείται ότι τα γήπεδα είναι κενά.

Ως επιπρόσθετο στοιχείο προς ενθάρρυνση της ανάπτυξης είμαστε της γνώμης ότι θα πρέπει να προσφερθούν κίνητρα για την κατεδάφιση/ανάπτυξη τέτοιων οικοδομών/κτημάτων –όπως ο αυξημένος συντελεστής δόμησης 5%, εάν η ανάπτυξη επιτευχθεί εντός περιόδου 5 ετών από τη δημοσίευση της φορολογίας, ούτως ώστε και επιπλέον της φορολογίας (μαστίγιο) να υπάρχει και κάποιο πρόσθετο κίνητρο (καρότο).

Ταυτόχρονα, γήπεδα τα οποία δεν μπορούν να αναπτυχθούν, π.χ. λόγω μη ύπαρξης δρόμου, να ασκείται η πίεση εκείνη για προώθηση των απαιτούμενων ενεργειών για άρση της εκκρεμότητας, ενώ κτήματα τα οποία εμποδίζουν την ανάπτυξη εφαπτόμενων κτημάτων, να υπάρχει δυνατότητα να μεταφέρεται η επιπλέον χρέωση του 20% στο κτήμα που εμποδίζει την ανάπτυξη (εν γνώσει μας ότι είναι δύσκολη η εφαρμογή της πρότασης αυτής).

Για σκοπούς διευκρίνισης, πιστεύουμε ότι η χρέωση του 20% δεν θα πρέπει να είναι ανά πενταετία, όπως αναφέρουν τα δημοσιεύματα.

Μια πολύ καλή προσπάθεια του κ. Γιωρκάτζη και του Δημοτικού Συμβουλίου Λευκωσίας, η οποία ασφαλώς χρειάζεται συζήτηση στις λεπτομέρειες και ίσως να δοθεί και περίοδος χάριτος, έστω 5 χρόνια, προ της εφαρμογή της.

Δυστυχώς, δεν αναμένουμε ότι αυτή η αξιόλογη προσπάθεια θα εφαρμοστεί, λόγω των ισχυρών αντιδράσεων από τους μεγαλο-ιδιοκτήτες και τις μικροπολιτικές αντιδράσεις που επικρατούν για τα πάντα. 

Μας θυμίζει την αξιόλογη προσπάθεια εκ μέρους της πολιτείας για την επιβολή τέλους βελτίωσης (κτήματα που επωφελούνται από έργα του Δημοσίου να υποβάλλονται σε φορολογία 20% επί της διαφοράς αξίας, προ και μετά της εκτέλεσης του έργου). Δύσκολη η εφαρμογή του, στα όρια του αδύνατου, με πολυάριθμες δικαστικές διαφωνίες και με διοικητικό κόστος που ίσως να μην αξίζει στο τέλος η εφαρμογή του (και δεν εφαρμόστηκε στο τέλος).

Επ’ ευκαιρίας αυτού του άρθρου και προεκτείνοντας την πρόταση του δήμου για την ύπαρξη πιστοποιητικού για την στατική επάρκεια κτηρίων, να σημειώσουμε πως και αυτή μας βρίσκει σύμφωνους, αλλά η αύξηση της χρέωσης σε περίπτωση οικοδομών με διάφορους ιδιοκτήτες (π.χ. πολυκατοικίες) θα αυξήσει τα κοινόχρηστα, με τα γνωστά αποτελέσματα στην είσπραξη τους.

Δυστυχώς, δεν έχουμε κυβερνήσεις που να μπορούν να εφαρμόσουν τέτοιες/παρόμοιες προτάσεις, λόγω μη ύπαρξης πλειοψηφίας στη Βουλή και εφόσον έχουμε αυτούς τους μικροπολιτικούς να κυριαρχούν, τα θέματα θα παρεμείνουν ως έχουν (ελπίζουμε να διαψευσθούμε). Δείτε όμως το παράδειγμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η οποία, με την πλειοψηφία στη Βουλή, πέτυχε αναβάθμιση της κατάστασης στην Ελλάδα.