Κάθε χρόνο ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων διαγιγνώσκεται με κάποια  καρδιαγγειακή πάθηση ή παθαίνει έμφραγμα και αλλάζει εντελώς ο μέχρι τότε τρόπος ζωής του. Η υποκινητικότητα αναμφισβήτητα αποτελεί μαζί με την παχυσαρκία σημαντικούς προδιαθεσικούς παράγοντες για την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου αλλά έπειτα από την εμφάνιση της νόσου είναι δυνατόν να ασκηθεί κάποιος;

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 επικρατούσε η αντίληψη πως η συμμετοχή ασθενών με καρδιαγγειακές παθήσεις σε προγράμματα συστηματικής γύμνασης μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση τους και να τους οδηγήσει μέχρι και σε θάνατο. Συνεπώς οι ασθενείς αποθαρρύνονταν από τη συμμετοχή τους σε οποιαδήποτε είδους άσκησης και υιοθετούσαν τον καθιστικό τρόπο ζωής γεγονός που επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την υγεία του. Στις αρχές της δεκαετίας του’90 ξεκίνησαν να εφαρμόζονται προγράμματα συστηματικής γύμνασης σε ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις που πάσχουν από στεφανιαία νόσο ή έχουν βιώσει έμφραγμα του μυοκαρδίου. Διαπιστώθηκε λοιπόν πως η άσκηση όχι μόνο επιβλαβής δεν ήταν για τους ασθενείς αλλά συνέβαλλε στην βελτίωση της ποιότητας ζωής τους και στην επαναδραστηριοποίηση τους χωρίς να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην υγεία των συμμετεχόντων. Τα πρώτα προγράμματα που εφαρμόστηκαν στους ασθενείς με καρδιακές παθήσεις ήταν αερόβιου τύπου ενώ στη συνέχεια με στόχο την αύξηση των προσαρμογών, κυρίως του μυοσκελετικού, δοκιμάστηκαν και προγράμματα με αντιστάσεις χωρίς επιπλοκές. Και τελικά ο συνδυασμός και των δύο προγραμμάτων άσκησης έχει κερδίσει έδαφος, καθώς επιφέρει μεικτές προσαρμογές.

«Ναι» στην άσκηση 

«Επομένως στο ερώτημα εάν η άσκηση είναι ασφαλής και ενδείκνυται για ασθενείς με καρδιακές παθήσεις, η απάντηση είναι φυσικά ναι καθώς η συμμετοχή τους σε ειδικά σχεδιασμένα προγράμματα πρέπει να αποτελεί μέρος της γενικότερης θεραπείας τους».

«Ο υποκινητικός τρόπος ζωής επιταχύνει τη φθορά. Ενώ αντίθετα, τα προγράμματα άσκησης προσφέρουν πολλά οφέλη στους ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις, μειώνοντας τον καρδιαγγειακό κίνδυνο».

Εξάλλου, «παράλληλα με τη βελτίωση της απόδοσης υπάρχουν και ψυχοκοινωνικά οφέλη. Αυξάνεται το αίσθημα αυτοεξυπηρέτησης, ιδιαίτερα των ηλικιωμένων ασθενών, απομακρύνεται η τάση για απομόνωση, ενισχύεται η ψυχολογική υποστήριξη τους και επιτυγχάνεται και η κοινωνική επανένταξη τους. Τέλος η συμμετοχή των ασθενών σε προγράμματα άσκησης έχει και οικονομικό αντίκτυπο. Η μείωση της νοσηρότητας των ασθενών με τη βοήθεια της θεραπευτικής γύμνασης και η βελτίωση της λειτουργικής ικανότητας τους αυξάνει την απόδοση τους σε σωματική αλλά και πνευματική εργασία, με αποτέλεσμα τη μείωση των εξόδων νοσηλείας, των ποσοστών αναπηρίας και πρώιμης συνταξιοδότησης αλλά και την επιστροφή τους σε επαγγελματικές δραστηριότητες».

Συνεπώς, όλοι οι ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα μπορούν να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα άσκησης, αρκεί αυτό να είναι προσαρμοσμένο στις δυνατότητές τους.

«Για να είναι τα προγράμματα άσκησης ασφαλή και αποτελεσματικά θα πρέπει να προηγείται ιατρικός έλεγχος από τον θεράποντα ιατρό και εκτίμηση της λειτουργικής ικανότητας και απόδοσης κάθε ασθενούς πριν από την ένταξη τους στο πρόγραμμα. Στη συνέχεια με βάση τα αποτελέσματα της αξιολόγησης σχεδιάζεται ένα πρόγραμμα κατάλληλο για κάθε ασθενή».

 

ygeiamou.gr