Το χρυσάφι της Κύπρου υπάρχει στις κατά καιρούς ανακοινώσεις διαφόρων εταιρειών παρά στα έγκατα της γης, αφού μέχρι στιγμής οι Υπηρεσίες του κράτους δεν ενημερώθηκαν για μεγάλες ποσότητες. Μάλιστα, οι περιοχές στις οποίες υπάρχει χρυσάφι είναι εν πολλοίς γνωστές και έχουν καταβληθεί και στο παρελθόν προσπάθειες εντοπισμού και εξόρυξης του.

Ο διευθυντής της Υπηρεσίας Μεταλλείων, Στέλιος Μιχαήλ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του «Φ», αναγνώρισε πως κάποιες εταιρείες, κυρίως της αλλοδαπής, εκδηλώνουν έντονο ενδιαφέρον για εκμετάλλευση χρυσού, αλλά μέχρι στιγμής φαίνεται πως δεν εντοπίστηκαν οικονομικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα.

Απαντώντας σε άλλη ερώτηση του «Φ» ανέφερε, πως τα μεταλλευτικά αποθέματα είναι γνωστά και πρόσθεσε πως επί Αγγλοκρατίας είχε παρατηρηθεί έντονη δραστηριότητα στην εξόρυξη χρυσού. Κατά διαστήματα γίνονται ανακοινώσεις στο πλαίσιο γεωτρήσεων που διενεργούνται από εταιρείες αλλά δεν υπάρχει κάτι χειροπιαστό, είπε. 

Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν αποκλείει να προκύπτουν κάποια αποτελέσματα για ύπαρξη χρυσού, επαναλαμβάνοντας πως το ουσιαστικό είναι να μπορεί ο επενδυτής να τεκμηριώσει ότι το κοίτασμα είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμο. Σημειώνεται πως σε περίπτωση κατά την οποίαν εντοπιστεί χρυσάφι, η Κυπριακή Δημοκρατία θα εισπράττει 1% από τις πωλήσεις της αδειοδοτημένης εταιρείας η οποία θα εκμεταλλεύεται τον χρυσό. Σημειώνεται, επίσης, πως οι άδειες έρευνας για εντοπισμό χρυσού είναι πενταετείς με δυνατότητα παράτασης για άλλα πέντε χρόνια. Ένα από τα ζητήματα που απασχολεί κάποιους από τους εμπλεκόμενους, είναι το γεγονός ότι με τις άδειες που εξεδόθησαν, έχουν δεσμευθεί μεγάλες εκτάσεις γης.

Οι αδειοδοτημένες εταιρείες είναι υποχρεωμένες να παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των γεωτρήσεων τους, στην Υπηρεσία Μεταλλείων.

Πάντως, όπως υπέδειξαν στον «Φ» πρώην ανώτατα στελέχη στο Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης, τα σημεία με τα υπολείμματα χρυσού είναι γνωστά και μάλιστα διενεργήθηκαν έρευνες κατ’ επανάληψη. Ανέφεραν δε, πως η αξία του χρυσού που εξορύχτηκε από την Κύπρο την περίοδο 1934-1944 σε σημερινές τιμές ξεπερνά τα 250 εκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα, η αξία του αργύρου (ασημιού) που εξορύχτηκε ανέρχεται (σε σημερινές τιμές) σε 42.140.000 δολάρια. Όταν έγιναν οι υπολογισμοί, η αξία του χρυσού ήταν 1.500 δολάρια την ουγγία αν και σήμερα η αξία του έφτασε περίπου στα €1.780.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Αποκλίσεις στην ποιότητα νερού και μηχανή σε κακά χάλια

Όπως μας υπεδείχθη, την περίοδο 1813-1930 ο χρυσός επωλείτο προς 25 δολάρια την ουγγία, την περίοδο 1930-1968 προς 40-45 δολάρια, την περίοδο 1968-1975 προς 150 δολάρια, την περίοδο 1975-1980 προς 600 δολάρια και την περίοδο 1980-2007 προς 280-400 δολάρια την ουγγία. Οι ποσότητες ήταν τέτοιες, ώστε υπήρξαν εποχές που η παραγωγή χρυσού και αργύρου στην Κύπρο ήταν η κύρια μεταλλευτική δραστηριότητα, όπως την περίοδο 1934-1944, κατά την οποίαν η εταιρεία CMC παρήγαγε 170.000 ουγγίες χρυσού και τετραπλάσια ποσότητα αργύρου. 

Όπως μας εξηγήθηκε, χρυσός και άργυρος βρίσκονται στα πετρώματα του γάββρου και σε υπερβασικά πετρώματα του Τροόδους και του δάσους της Λεμεσού όπου υπάρχουν εμφανίσεις φλεβών και μικρών φακών σιδηροπυρίτη, πυρροτίνη και χαλκοπυρίτη με σημαντική περιεκτικότητα χαλκού, νικελίου, κοβαλτίου αλλά και χρυσού και αργύρου. 

Η μέγιστη συγκέντρωση (9,2 ουγγίες ανά τόνο) παρατηρήθηκε σε ένα υλικό που οι μεταλλωρύχοι το ονόμασαν λάσπη του διαβόλου (Devil’s Mud) λόγω των ιδιαίτερων φυσικών και χημικών χαρακτηριστικών του. Οι μεγαλύτερες ποσότητες χρυσού και αργύρου βρέθηκαν στη Σκουριώτισσα. Η περιεκτικότητα της λάσπης σε χρυσό ήταν μέχρι 186γρ./τόνο και ο άργυρος ξεπερνούσε το 466γρ./τόνο. Η εξόρυξη της λάσπης του διαβόλου ξεκίνησε το 1933 και εξήχθη χωρίς καμιά επεξεργασία στην (τότε) Χιτλερική Γερμανία.  

Το 1934 εγκαταστάθηκε στο Ξερό από την CMC το πρώτο εργοστάσιο επεξεργασίας χρυσοφόρου μεταλλεύματος με κυάνωση και τον ίδιο χρόνο παρήξε χρυσό και άργυρο. Παρόμοια εργοστάσια εγκαταστάθηκαν στο Μιτσερό και Βασιλικό από την Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία, στη Λίμνη από την Κυπριακή Εταιρεία Θείου και Χαλκού και στους Τρούλλους από την Εταιρεία Berdy για επεξεργασία οξειδώσεων που υπήρχαν στις περιοχές τους. Η εκμετάλλευση των χρυσοφόρων οξειδώσεων διήρκεσε από το 1934 -1944 και στην περίοδο αυτή παρήχθησαν 167.000 ουγγίες χρυσού και 980.000 ουγγίες αργύρου (5-6 τόνοι χρυσού και 30 τόνοι αργύρου).

Πέραν του 50% της παραγωγής χρυσού και 60% αργύρου παρήχθησαν από την εταιρεία CMC και προήλθαν κυρίως από την περιοχή της Σκουριώτισσας, στην οποία εκτιμάται ότι υπάρχουν ακόμα 1,2 εκατομμύριο τόνοι χρυσοφόρου υλικού οξειδώσεων με μέση περιεκτικότητα χρυσού 1,1 γραμμάρια στο τόνο.

Εξαγωγή χρυσαφικών

Πάντως, εταιρεία η οποία δραστηριοποιήθηκε πρόσφατα στην Κύπρο γνωστοποίησε πως εντόπισε περισσότερο χρυσό απ’ ό,τι μπορούσε να υποθέσει πριν τις έρευνες. Σημειώνεται, πως κάποιες από τις εταιρείες που διενεργούν έρευνες εντοπισμού χρυσού έχουν εξασφαλίσει άδεια μόνο γι’ αυτόν τον σκοπό (δηλαδή να διενεργήσουν έρευνα) και όχι να εκμεταλλευθούν τυχόν ποσότητες που θα εντοπίσουν. Σημειώνεται πως η Κύπρος εξάγει μεν χρυσάφι αλλά αυτό προέρχεται από πολίτες οι οποίοι πριν μερικά χρόνια, λόγω και της οικονομικής κρίσης, πουλούσαν τα χρυσαφικά τους. Μόνο στη Βρετανία, πριν μερικά χρόνια η εξαγωγή χρυσού κυμαινόταν στα €20 εκατ.