Ο Αντώνης Χατζηαντώνης προβληματίζεται γύρω από την αξία του χρόνου και θυμάται στιγμές της ζωής του.
Πόση αξία έχει ο χρόνος; Πώς μετράμε την επιτυχία ή την αποτυχία μας, σε αυτή την πρόσκαιρη ζωή;
Θα σας πάω περίπου 50 χρόνια πίσω. Κερύνεια, 1970. Καθόμασταν στο σαλόνι, Χειμώνας. Εγώ με τον πατέρα μου. Οι δυο μας. Η γιαγιά είχε ανάψει τη φουκού, έψηνε κάστανα. Η μητέρα βρισκόταν στην κουζίνα, νομίζω έπλενε τα πιάτα. Οι δυο αδελφές μου πρέπει να μελετούσαν στα υπνοδωμάτιά τους.
Κάποια στιγμή, μου λέει ο μακαριστός πατέρας μου: «Μπορείς, σε παρακαλώ, να μετρήσεις από το ένα μέχρι το 63;».«Γιατί, παπά;», τον ερωτώ απορημένος. Ήμουνα μόλις 11 ετών.
«Μέτρα και θα σου πω…». Άρχισα να μετρώ… Όταν τέλειωσα, με ρωτάει ο πατέρας μου: «Κουράστηκες ή βαρέθηκες να μετράς, ή μου φάνηκε;».
“Ε, ναι… Μετρούσα επί αρκετή ώρα. Αλλά, πού θέλεις να καταλήξεις, πατέρα;”.
Για να λάβω, την εξής σοφή απάντηση, από τον 63χρονο, τότε, ιατρό, παθολόγο, πατερούλη μου: «Αν εσύ κουράστηκες να μετράς ίσαμε το 63, φαντάσου πώς πρέπει να νιώθω εγώ, που έζησα τόσα χρόνια…! Μέσα σε τόσες δυσκολίες, τόσα προβλήματα…!». Εδώ, να σημειώσουμε ότι υπέφερε με την καρδιά του και ήταν και πολύ αγχώδης.
Αυτά τα λόγια τα θυμάμαι. Σαράντα οχτώ ολόκληρα χρόνια. Τώρα ειδικά, ήρθαν πιο ζωντανά στη μνήμη μου, εφόσον τον περασμένο Φλεβάρη μπήκα στο εξηκοστό έτος…
Αχ, πατέρα! Και εσύ, ευτύχησες να δεις και τα τρία παιδιά σου να μεγαλώνουν. Τα σπούδασες. Τα πάντρεψες, είδες και εγγονάκια… Είχες την αγαπημένη σου γυναίκα, να σε συντροφεύει, να τιμά τον γάμο της, Κυρία δίπλα σου, με το Κ κεφαλαίο! Μέχρι την ώρα που στα 80 σου, έφυγες για πάντα από κοντά μας.
Εγώ; Τι μπορώ να πω, τώρα; Μετά που έζησα πρόσφυγας στην Ξενητειά 35 τόσα χρόνια; Μέσα στη φτώχεια; Που μετά, τελικά, έχασα το μοναδικό παιδί μου και χώρισα;
Πώς, αλήθεια, γίνεται αυτός ο απολογισμός; Ποιος κέρδισε, ποιος έχασε; Τι βάζουμε στη ζυγαριά; Βάζουμε ό,τι υλικό αποκτήσαμε; Μετράνε τα πλούτη, για όσους τα απόκτησαν; Τα χλιδάτα αρχοντικά με πισίνες ή τα πανάκριβα αυτοκίνητα; Αυτό τους πρόσφερε την πολυπόθητη Ευτυχία; Τι κερδίσαμε, όσοι ακόμη βρισκόμαστε εν ζωή; Είτε είμαστε πλούσιοι είτε δεν έχουμε μία;
Δεκέμβρης του 2013.Ογκολογικό Νοσοκομείο Άγιοι Ανάργυροι, Κηφισιά, Αθήνα. Το παιδί μου, στα τελευταία στάδια. Είχε προχωρήσει η μετάσταση. Στον θώρακα, στη σπονδυλική στήλη. Μετρούσαμε ώρες. Θυμάμαι, ακίνητο, με μάσκα οξυγόνου, μου ζήτησε να μετακινήσω ένα βάζο, στο διπλανό κομοδίνο, να μπορεί να βλέπει, τι νομίζετε; Απλά, την κορυφή ενός ξεραμένου, γυμνού δέντρου, έξω, κάτω από το παράθυρό του…! Την επόμενη μέρα, με τον ορό πάντα στο χέρι, μαζί με τη μητέρα του, τον στηρίξαμε να κάνει 5 – 6 βήματα στον διάδρομο… Τα τελευταία του βήματα! Την επόμενη μέρα, 10 Δεκέμβρη, «έφυγε» για τον Ουρανό.
Χαράματα, 6.15π.μ. Είχα προλάβει και βρέθηκα κοντά του, με είχαν ειδοποιήσει. Ξεψύχησε δίπλα μου. Δοκίμασα να του κλείσω τα μάτια, δεν μπόρεσα. Ήρθαν οι νοσοκόμες, μας έβγαλαν έξω.
Πέρασαν 4 1/2 χρόνια. Η πληγή ακόμη αιμορραγεί. Μιλάω στη φωτογραφία του. Με τη μητέρα του καμιά επικοινωνία. Δεν θα επεκταθώ, σε αυτό. Φέρω ευθύνη, φέρει και εκείνη…
Δεν είχε κλείσει ούτε τα 24 του. Εκλιπαρούσε για λίγα λεπτά ζωής. Εγώ, από τότε, ζω. Ένα κουφάρι, χωρίς ψυχή.
Ναι, ήταν κουραστικό πατέρα, το μέτρημα από το 1 ώς το 63. Ήθελα, όμως, να ήσουν εδώ, να μου δώσεις κουράγιο. Μετά από αυτά που πέρασα…! Με τα σοφά σου λόγια.
Με ακούς πατέρα; Με ακούς Άκη μου, γιε μου; Βλέπετε τα μάτια μου που βούρκωσαν;
Ο πατέρας σου, Αντώνης.