Μπορεί να ισχύει η ρήση πως «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά», αλλά η Εκκλησία δεν μπορεί να παρεμποδίσει οποιονδήποτε από του να παρουσιάζεται ως κληρικός/μοναχός, ακόμη και αν επιδίδεται είτε στη συγκέντρωση χρημάτων με πρόφαση αγαθούς σκοπούς είτε τελεί μυστήρια κ.ο.κ.
Σημειώνεται, πως σχετικές πληροφορίες έφτασαν μέχρι και την Ιερά Σύνοδο και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο μετά την τελευταία συνεδρία του Σώματος, εξεδόθη ανακοίνωση με την οποίαν ενημερώνει τους πιστούς ότι οι καθαιρεθέντες μοναχοί της Μονής Οσίου Αββακούμ είναι «αντικανονικοί». Συγκεκριμένα, στην ανακοίνωση καταγράφεται ότι «η Ιερά Σύνοδος ενημερώνει το Χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας, ότι τα υπό των εχόντων ανενέργητον την ιεροσύνη καθαιρεθέντων κληρικών της Ιεράς μονής Οσίου Αββακούμ, τελούμενα, στο αντικανονικώς υπ’ αυτών συσταθέν Ησυχαστήριον, είναι άκυρα και ανυπόστατα, ως εκ τούτου στους μετέχοντες δεν προσφέρεται καμία αγιαστική χάρη».
Για την Ιερά Σύνοδο, το θέμα ως προς το κατά πόσον οι μοναχοί ενεργούν όχι μόνο αντικανονικά αλλά και παράνομα, αποτελεί θέμα της Πολιτείας.
Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος, εκφράζει τη θέση, πως τυχόν παράνομες ενέργειες των καθαιρεθέντων μοναχών αφορούν την Πολιτεία και πως η Εκκλησία μπορεί απλώς να νουθετήσει τους πιστούς να μη δίνουν βάση στις διάφορες τελετές τις οποίες αυτοί οργανώνουν.
Η Εκκλησία δεν μπορεί να κινηθεί επειδή δεν υπάρχει σχετική νομοθεσία η οποία να καλύπτει τέτοια ζητήματα. Επιπλέον, αν κινηθεί διαδικασία ελέγχου τους από την Πολιτεία απλώς και μόνο επειδή διενεργούν τελετές, υπάρχει το ενδεχόμενο να ισχυριστούν ότι προσχώρησαν σε άλλη Εκκλησία ή ανήκουν σε κάποια αίρεση ή ακόμη ότι δημιούργησαν δική τους αίρεση και πως με βάση αυτήν δρουν. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, θα καταφέρουν μεν να μην εμπλακούν σε περιπέτειες με τη Δικαιοσύνη αλλά θα πρέπει να εξηγήσουν σε όλους όσοι τους ακολουθούν ότι δεν ανήκουν στην Εκκλησία της Κύπρου, κάτι το οποίο δυνατόν να απομακρύνει κάποιους πιστούς από κοντά τους.
Στη νομοθεσία υπάρχει ως αδίκημα η «αντιποίηση αρχής» η οποία τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και 12 μήνες ή με πρόστιμο €1.700 ή και με τις δύο ποινές, ωστόσο εκτιμάται πως στην περίπτωση των μοναχών δεν μπορεί να αποδειχθεί κάτι τέτοιο.
Η μόνη εκκρεμότητα που υπάρχει για την Εκκλησία της Κύπρου αφορά το κατά πόσον θα επιβάλει και νέα ποινή στους μοναχούς, αν τελικά δεν συμμορφωθούν με την απόφαση της Ιεράς Συνόδου να μονάσουν σε διαφορετικά μοναστήρια. Υπενθυμίζεται πως, αρχικά, με απόφαση του οικείου Επισκόπου (Μητροπολίτη Ταμασού Ησαΐα) οι μοναχοί Αββακούμ είχαν τεθεί σε αργία και στις 2 Οκτωβρίου 2025 το Συνοδικό Δικαστήριο τους επέβαλε την ποινή της καθαίρεσης. Ακολούθως, στις 19 Οκτωβρίου 2025 η Ιερά Σύνοδος (ενώπιον της οποίας οι μοναχοί είχαν καταχωρήσει έφεση κατά της απόφασης του Συνοδικού Δικαστηρίου), επικύρωσε την απόφαση.
Ένεκα του ότι εκκρεμούν ενώπιον πολιτικών δικαστηρίων ποινικές υποθέσεις κατά των μοναχών και προκειμένου να τους δώσει χρόνο να προετοιμάσουν την άμυνά τους, τους άφησε άτυπα ελεύθερο χρόνο να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.
Ωστόσο, σε περίπτωση κατά την οποία δεν συμμορφωθούν, η Ιερά Σύνοδος πιθανώς να συνεδριάσει εκ νέου. Εάν στο μεταξύ εκδοθεί απόφαση από τη Δικαιοσύνη και είναι καταδικαστική, υπάρχει το ενδεχόμενο φυλάκισής τους, οπόταν τα δεδομένα διαφοροποιούνται, ως ένα βαθμό. Αν πάλι η απόφαση είναι αθωωτική, η απόφαση της Ιεράς Συνόδου δεν αναιρείται, δεδομένου ότι ενήργησε με βάση τα δικά της στοιχεία και τεκμήρια, τα οποία θεωρεί ότι ήταν αρκετά για να οδηγήσουν στην καθαίρεση των μοναχών.