Ήταν 8:30 το πρωί με τη θερμοκρασία να είναι λίγο πάνω από δέκα βαθμούς. Παγωνιά, δηλαδή, για τα δεδομένα της Κύπρου. Προσπαθώντας να ζεσταθώ, τον είδα να βγαίνει με αργές κινήσεις από τη θάλασσα και άρχισα να βγάζω φωτογραφίες. Όσο πλησίαζε, όμως, τόσο ήμουν σίγουρη πως φωτογράφιζα τον λάθος άνθρωπο, αφού έμοιαζε τουλάχιστον 20 χρόνια νεότερος. Όσο σκεφτόμουν δικαιολογίες για να πω στον κύριο που φωτογράφιζα, βγήκε από το νερό και τότε κατάλαβα πως ήταν ο σωστός άνθρωπος. Ο κ. Ανδρέας Λάμπρου, ετών 93, ο γηραιότερος χειμερινός κολυμβητής της ακτής Μακένζι και μια από τις πιο αναγνωρίσιμες και σεβαστές φυσιογνωμίες της πρωινής του ζωής.

Τον είχα δει άλλη μια φορά σε εκδήλωση των χειμερινών κολυμβητών και τον προσέγγισα έπειτα από προτροπή πολλών, που έλεγαν πως είναι ένας άνθρωπος που αξίζει ν’ ακουστεί. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αντιλήφθηκα πως δεν είναι μόνο τα χρόνια που κουβαλά που προκαλούν τον σεβασμό όλων, αλλά μια σοφία που πηγάζει από τη θετική στάση του απέναντι στη ζωή και την πίστη του στις υπέρτατες αξίες της ειρήνης, της αγάπης και της φιλίας.

Γεννήθηκε στη Δερύνεια τον Δεκέμβριο του 1932 και μεγάλωσε στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, όπου εργάστηκε ως υπεύθυνος συντεχνιακού φαρμακείου. Μετά την εισβολή, βρέθηκε στη Λάρνακα και μαζί με την αγαπημένη του σύζυγο, την κ. Έλλη, που απεβίωσε πριν από 7 χρόνια, δημιούργησαν στην οδό Ερμού 93 το συντεχνιακό φαρμακείο Λάρνακας – Αμμοχώστου. Παράλληλα, ασχολούνταν με τη μεγάλη τους αγάπη, τη θάλασσα, είτε βγαίνοντας ανοικτά με μια μικρή βάρκα για να ψαρέψουν, είτε κολυμπώντας στα καταγάλανα νερά.

«Κολυμπώ από δέκα χρόνων. Έμαθα μόνος μου, δεν είχαμε δασκάλους τότε. Κολυμπούσα στη Δερύνεια και μετά στη Χρυσή Ακτή στην Αμμόχωστο, την καλύτερη παραλία της Κύπρου. Στη Λάρνακα πηγαίναμε θάλασσα κάποια πρωινά και μετά ανοίγαμε το φαρμακείο. Από την πρώτη μέρα της συνταξιοδότησής μου, όμως, εδώ και 30 χρόνια, θυμούμαι ήταν 1η Ιανουαρίου του 1996, έρχομαι στο Μακένζι κάθε μέρα. Είμαι από τα ιδρυτικά μέλη του Ομίλου Χειμερινών Κολυμβητών Λάρνακας που μετρά, πλέον, 300 μέλη. Φτιάχνω από το βράδυ τη βαλίτσα μου για τη θάλασσα, βάζω και το νερό μέσα, μία μπανάνα και δύο κριτσίνια. Η μπανάνα έχει μαγνήσιο μαζί με βιταμίνη Β6 και βοηθά τους μύες και το μυαλό. Το καλοκαίρι έρχομαι 7:00π.μ. και τώρα 7:30-7:45π.μ. Όταν φεύγω, πάω στο σπίτι και κάνω πρόγευμα με γάλα και βρώμη. Το γάλα βοηθά επειδή έχει ασβέστιο».

Λέει πως ακούει πολύ συχνά, ακόμη κι από γιατρούς, ότι δείχνει πιο μικρός από την ηλικία του, κάτι που αποδίδει στην άσκηση και την ισορροπημένη διατροφή. «Το συνεχές κολύμπι και η καθημερινή επαφή με τη θάλασσα σίγουρα έπαιξαν θετικό ρόλο στο καλό επίπεδο που βρίσκεται η υγεία μου τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά. Κάποτε τρέχω κιόλας στην παραλία και κάθε μέρα το απόγευμα, την ώρα που ο ήλιος “βουτά”, περπατώ ακόμη μισή ώρα. Τρώω σχεδόν απ’ όλα, αλλά όχι μεγάλες ποσότητες. Παίρνω τις πρωτεΐνες μου, κυρίως από τα προϊόντα γάλακτος και το κρέας. Αλκοολούχα ποτά δεν πίνω, επειδή δεν μου αρέσουν. Κάποτε, μου βάζουν μόνο λίγη ζιβανία. Επίσης, δεν υπήρξα καπνιστής. Είχα δοκιμάσει τσιγάρο στα 16 μου και δεν έκανα πάνω από 40 στη ζωή μου».

«Ευτυχία σημαίνει να είσαι σωματικά και ψυχικά γερός»

Του λέω πως μοιάζει να βρήκε το νόημα της ζωής και τον ρωτώ τι είναι τελικά ευτυχία. Η απάντησή του, μάθημα προς όλους μας. «Ευτυχία δεν είναι να έχεις ένα πολυτελές σπίτι και να καλείς τους φίλους σου να τους το δείξεις για να φανείς. Ευτυχία σημαίνει να είσαι σωματικά και ψυχικά γερός. Ν’ αντιμετωπίζεις θετικά τη ζωή, επειδή η ζωή είναι σύντομη. Πρέπει να την απολαμβάνεις πάντοτε στο πνεύμα της αξιοπρέπειας, της εντιμότητας και της ανθρωπιάς. Πρέπει να ζεις, όσο το δυνατόν, χωρίς εχθρούς, να κάνεις φιλίες και ν’ αγαπάς τους συνανθρώπους σου. Λένε πως “η φιλία και η αγάπη είναι δίδυμα αδέλφια, δίνουν αξία και νόημα στη ζωή και χίλια τόσα κέφια. Γι’ αυτό όλοι πρέπει ν’ αγαπιόμαστε και όλοι ν’ αγαπούμε. Η ζωή μας εν μικρή και σύντομη, αυτό μην το ξεχνούμε”».

«Η ειρήνη πρέπει να είναι και έξω και μέσα μας»

Σε κάποια στιγμή η συζήτηση πάει μοιραία σε όσα συμβαίνουν τελευταίως τόσο στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό. Σε αυτό τον ορυμαγδό αρνητικών ειδήσεων, που μας έχουν μαυρίσει την ψυχή. Λέει πως του θυμίζει την περίοδο πριν το ξέσπασμα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. «Όταν τ’ ακούς αυτά λες “πού είμαστε… Πού πάμε;», διερωτάται και ξεκαθαρίζει πως είναι εναντίον των πολέμων. «Λέω πως στο ένα χέρι κρατούμε την σημαία της αγάπης και της φιλίας και στο άλλο κρατούμε, ακόμη πιο ψηλά, τη σημαία της ειρήνης. Χωρίς ειρήνη ούτε αγάπη έχουμε –κι εάν την έχουμε είναι κουτσή– ούτε φιλία. Η ειρήνη πρέπει να είναι και έξω και μέσα μας».

Σε κάποια στιγμή κάνει παύση… Λέει πως θέλει να πει κάτι που σημάδεψε τα παιδικά του χρόνια. Κάτι που, προφανώς, ήταν η απαρχή της απέχθειας του προς τους πολέμους. «Έγινε κάτι που με έκανε να βλέπω τον κόσμο με μια άλλη ματιά. Το 1939, όταν ήμουν στην πρώτη τάξη του δημοτικού, έγινε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τότε πήγαν πολλοί Κύπριοι. Ήμουν έξω και θυμάμαι πως μου είπαν “πήγε και ο παπάς σου Αντρίκκο στον πόλεμο”. Πήγα σπίτι, δεν είπα τίποτα στη μάμα μου, στάθηκα πίσω από την πόρτα και νομίζω πως έφυγε ένα δάκρυ. Άκουγα τότε πως ο Χίτλερ σκοτώνει στρατιώτες. Σκεφτόμουν “όλοι θα έχουν παπά κι εγώ όχι”. Το θυμάμαι ως τώρα αυτό. Ο πατέρας μου πολέμησε σε διάφορα μέτωπα και επέστρεψε το 1945, όταν τελείωσε ο πόλεμος». 

Ο ίδιος αποφοίτησε από το English High School στην Αμμόχωστο. Ήθελε να σπουδάσει οικονομικά στη Βρετανία, ωστόσο, έπρεπε να κερδίσει τα προς το ζην και μπήκε αμέσως στην αγορά εργασίας. Στην πορεία πήρε δίπλωμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, διά αλληλογραφίας, ενώ πέραν από άριστος χρήστης της ελληνικής γλώσσας, μιλά, επίσης, αγγλικά, γαλλικά και λίγα ιταλικά.

«Αρχικά εργάστηκα σ’ ένα κατάστημα που πωλούσε μοτοσικλέτες και μετά σε μια εταιρεία εισαγωγής ειδών διατροφής. Μετά έγιναν τα συντεχνιακά φαρμακεία και μου πρότειναν από την ΠΕΟ, στην οποία ήμουν μέλος, να εργαστώ σε κάποιο από αυτά ως λογιστής και ταμίας. Στο φαρμακείο ήρθε μια κοπέλα που την ήξερα από το σχολείο για να γίνει φαρμακοποιός. Ήταν η Έλλη, την οποία νυμφεύτηκα το 1959, αφότου πήρε το πτυχίο της στη χημεία. Μετά ήρθε ο πόλεμος, φύγαμε άρον-άρον με δύο παιδιά, 9 και 12 ετών και ήρθαμε στη Λάρνακα. Ευτυχώς, η Λάρνακα μας υποδέχθηκε πολύ καλά και είναι κάτι που το λέω. Περάσαμε πολύ ωραία με τη σύζυγό μου, ήταν πολύ καλός άνθρωπος».

Σ’ αυτή την πολύ περίεργη εποχή, που μοιάζει λες και βάλθηκε να μας τσαλαπατήσει και να μας απομακρύνει από τις πιο σημαντικές ανθρώπινες αρχές και αξίες, λόγια που προέρχονται από πρόσωπα όπως τον κ. Ανδρέα έχουν ιδιαίτερη αξία. Κι αυτό επειδή πηγάζουν από το πιο υγιές κομμάτι της κυπριακής κοινωνίας, το οποίο οφείλουμε να ακούσουμε.