Οριστικά στη φυλακή για 10 χρόνια θα παραμείνει καταδικασθείς για βιασμό και σεξουαλική κακοποίηση της πρώην συντρόφου του, καθώς το Εφετείο απέρριψε ομόφωνα την έφεσή του και επικύρωσε στο σύνολό της την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λάρνακας–Αμμοχώστου, τόσο ως προς την ενοχή του όσο και ως προς τις πολυετείς ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν.

Ο εφεσείων είχε κριθεί ένοχος σε συνολικά δέκα κατηγορίες, που περιλάμβαναν βιασμό, σεξουαλική κακοποίηση διά διείσδυσης, απαγωγή, άσεμνη επίθεση, πρόκληση σωματικής βλάβης, κοινές επιθέσεις και απειλή, σε βάρος της πρώην συμβίας του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε ποινές φυλάκισης 10 ετών για τον βιασμό, 8 ετών για τη σεξουαλική κακοποίηση διά διείσδυσης, 4 ετών για την απαγωγή, 2 ετών για καθεμία από τις κατηγορίες άσεμνης επίθεσης και πρόκλησης σωματικής βλάβης, 6 μηνών για καθεμία από τέσσερις κατηγορίες κοινής επίθεσης και 1 έτους για την απειλή. Οι ποινές διατάχθηκε να συντρέχουν και να αρχίζουν από τις 3 Απριλίου 2022, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση.

Σύμφωνα με τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου, η παραπονούμενη, βουλγαρικής καταγωγής, διατηρούσε σχέση με τον κατηγορούμενο από τα τέλη του 2020 και διέμενε μαζί του στη Δρομολαξιά μέχρι τον Μάρτιο του 2022. Κατά τη διάρκεια της σχέσης καταγράφηκαν επανειλημμένα περιστατικά βίας. Το σοβαρότερο συμβάν σημειώθηκε τα ξημερώματα της 2ας Απριλίου 2022, όταν, σύμφωνα με την απόφαση, ο κατηγορούμενος την εξανάγκασε να μετακινηθούν με το όχημά της σε απομονωμένο χώρο στη Βιομηχανική Περιοχή Κιτίου, όπου προέβη σε πράξεις σεξουαλικής βίας χωρίς τη συναίνεσή της και της προκάλεσε δαγκωματιές και εκχυμώσεις σε διάφορα σημεία του σώματός της.

Η παραπονούμενη κατήγγειλε το περιστατικό την ίδια ημέρα και εξετάστηκε από ιατροδικαστή. Φωτογραφικό υλικό και ιατρικά ευρήματα κατέγραψαν εκδορές, μώλωπες και εμφανή αποτυπώματα δοντιών στο πρόσωπο, στον λαιμό, στην πλάτη και στο χέρι της.

Με την έφεση προβάλλονταν εννέα λόγοι κατά της καταδίκης και δύο κατά της ποινής. Η υπεράσπιση υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν ήταν αξιόπιστη, ότι τα δεδομένα από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης και οι μεταξύ τους επικοινωνίες υποδείκνυαν συναινετική σεξουαλική επαφή, καθώς και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα σε στοιχεία που, κατά την άποψή της, δημιουργούσαν εύλογες αμφιβολίες. Ως προς την ποινή, προβαλλόταν ότι ήταν υπερβολική και ότι δεν συνεκτιμήθηκε επαρκώς το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα.

Το Εφετείο, στην απόφαση που ανέγνωσε ο δικαστής Μ. Αμπίζας, επανέλαβε τις πάγιες νομολογιακές αρχές σύμφωνα με τις οποίες η αξιολόγηση της μαρτυρίας ανήκει κατεξοχήν στο πρωτόδικο δικαστήριο και ότι επέμβαση δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις πρόδηλου σφάλματος ή παράλογων συμπερασμάτων. Έκρινε ότι το Κακουργιοδικείο προέβη σε λεπτομερή και σφαιρική αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, εξέτασε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και κατέληξε σε επιτρεπτά συμπεράσματα, χωρίς να εντοπίζεται ρήγμα στη συλλογιστική του.

Αναφορικά με την ποινή, το Εφετείο υπογράμμισε τη σοβαρότητα των σεξουαλικών αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, ιδίως σε περίοδο αυξητικής τάσης τέτοιων εγκλημάτων. Διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τόσο τα επιβαρυντικά στοιχεία όσο και τους μετριαστικούς παράγοντες, περιλαμβανομένου του λευκού ποινικού μητρώου, της ηλικίας και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Οι επιβληθείσες ποινές κρίθηκαν εντός του επιτρεπτού πλαισίου και όχι έκδηλα υπερβολικές.

Καταλήγοντας, το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της.