Οριστικό «όχι» του Ανωτάτου στο Melios Zoo Park, με την έφεση του ιδιοκτήτη να απορρίπτεται και τις παραβάσεις σε άδειες, ασφάλεια και λειτουργία να οδηγούν σε επιβεβαίωση του λουκέτου στον ζωολογικό κήπο. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Μενέλαου Μενελάου, ιδιοκτήτη του ζωολογικού πάρκου Melios Zoo Park, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει τρεις συνεκδικαζόμενες προσφυγές του εφεσείοντα.

Η υπόθεση αφορούσε σειρά διοικητικών αποφάσεων που σχετίζονταν με τη λειτουργία και ανάπτυξη του ζωολογικού κήπου στους Αγίους Τριμιθιάς. Οι προσφυγές στρέφονταν κατά της απόρριψης αιτήσεων για πολεοδομικές άδειες, της μη ανανέωσης προσωρινής πολεοδομικής άδειας, καθώς και της απόφασης για μη ανανέωση της άδειας λειτουργίας του ζωολογικού κήπου.

Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Πολεοδομική Αρχή είχε απορρίψει αιτήσεις του εφεσείοντα για επέκταση των εγκαταστάσεων και για παράταση της ισχύος της υφιστάμενης άδειας, επικαλούμενη σειρά παραβάσεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν αυθαίρετες επεκτάσεις σε κρατική και ιδιωτική γη, διαφοροποίηση της ανάπτυξης σε σχέση με τα εγκεκριμένα σχέδια, αλλαγή στο είδος των ζώων – με προσθήκη μεγάλων σαρκοφάγων – χωρίς τις απαραίτητες προϋποθέσεις ασφάλειας, καθώς και έλλειψη επαρκούς υδατοπρομήθειας.

Παράλληλα, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες αποφάσισαν το 2017 να μην ανανεώσουν την άδεια λειτουργίας του ζωολογικού κήπου, καλώντας τον ιδιοκτήτη να τερματίσει τη λειτουργία του. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στο ισχύον νομικό πλαίσιο για την προστασία και ευημερία των ζώων και στη διαπίστωση μη συμμόρφωσης με τις σχετικές απαιτήσεις.

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι περισσότεροι λόγοι έφεσης που προέβαλε ο εφεσείοντας ήταν αβάσιμοι ή απαράδεκτοι, καθώς είτε στερούνταν επαρκούς αιτιολόγησης είτε αφορούσαν ζητήματα που δεν είχαν τεθεί ενώπιον της διοίκησης στο αρχικό στάδιο. Ειδικότερα, απορρίφθηκαν ισχυρισμοί που αφορούσαν τη χρονική ισχύ της πολεοδομικής άδειας, καθώς αυτοί προβλήθηκαν για πρώτη φορά σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι στο πλαίσιο της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δεν εξετάζει την ουσία των διοικητικών αποφάσεων ούτε επανεκτιμά τεχνικά ζητήματα, αλλά περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας. Διαπίστωσε δε ότι η διοίκηση είχε προβεί σε δέουσα έρευνα και είχε λάβει υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και τις θέσεις του εφεσείοντα πριν καταλήξει στις επίδικες αποφάσεις.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο ζήτημα της παράνομης επέμβασης σε κρατική γη, για το οποίο το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο εφεσείοντας δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία, που να τεκμηριώνουν τη νομιμότητα της κατοχής ή χρήσης της. Οι ισχυρισμοί περί ανταλλαγής τεμαχίων με το κράτος δεν αποδείχθηκαν, ενώ δεν προέκυψε ότι είχε εξασφαλιστεί η απαιτούμενη έγκριση.

Σε ό,τι αφορά την υδροδότηση της ανάπτυξης, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν ικανοποιούσαν τις απαιτήσεις για επαρκή και συνεχή παροχή νερού, δεδομένου ότι η σχετική άδεια αφορούσε περιορισμένη χρήση για άρδευση και όχι για τις ανάγκες λειτουργίας ζωολογικού κήπου.

Αναφορικά με την αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτές ήταν επαρκείς, επισημαίνοντας ότι η υιοθέτηση εισηγήσεων αρμόδιων οργάνων από την Υπουργική Επιτροπή δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, ιδίως όταν η νομοθεσία δεν απαιτεί ρητή καταγραφή της.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση και επικύρωσε τις επίδικες διοικητικές αποφάσεις. Παράλληλα, επιδίκασε έξοδα ύψους 4.000 ευρώ υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε βάρος του εφεσείοντα.