Το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατηγορούμενου και επικύρωσε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για κράτησή του μέχρι τη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 15 Μαΐου 2026, κρίνοντας ότι υφίσταται κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σωρεία κατηγοριών για αδικήματα που σχετίζονται με ενδοοικογενειακή βία.

Η απόφαση εκδόθηκε από τριμελές σώμα του Εφετείου, το οποίο υιοθέτησε πλήρως την πρωτόδικη κρίση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της πιθανότητας επαναδιάπραξης των αδικημάτων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη αυτού του κινδύνου είναι αυτοτελής και επαρκής λόγος για την κράτηση, χωρίς να απαιτείται εξέταση άλλων παραγόντων, όπως ο κίνδυνος φυγοδικίας.

Ο εφεσείων αντιμετωπίζει συνολικά δώδεκα κατηγορίες, οι οποίες αφορούν κυρίως αδικήματα βίας κατά της συζύγου του. Οι κατηγορίες εκτείνονται χρονικά από το 2025 έως τον Μάρτιο του 2026 και περιλαμβάνουν κοινές επιθέσεις, απειλές, επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, καθώς και στέρηση ελευθερίας με σκοπό την πρόκληση σοβαρής βλάβης.

Στην έφεσή του, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, ισχυριζόμενος ότι η αναφορά σε εκκρεμούσα υπόθεση εναντίον του και η αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού ισοδυναμούσαν με πρόωρο εύρημα ενοχής. Παράλληλα, προέβαλε ότι δεν υπήρχε επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι θα διαπράξει νέα αδικήματα.

Το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως αβάσιμους, διευκρινίζοντας ότι η αξιολόγηση του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων δεν απαιτεί βεβαιότητα ούτε απόδειξη ενοχής, αλλά αρκεί η δημιουργία ισχυρής εντύπωσης βάσει του συνόλου των στοιχείων. Όπως σημειώνεται στην απόφαση, τέτοια εντύπωση μπορεί να προκύψει τόσο από το ιστορικό του κατηγορουμένου όσο και από τη φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης.

Καθοριστικής σημασίας για την κρίση του Δικαστηρίου ήταν το γεγονός ότι ο εφεσείων φέρεται να διέπραξε νέα αδικήματα ενώ τελούσε ήδη υπό όρους εγγύησης σε άλλη ποινική υπόθεση. Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, ενισχύει την εκτίμηση ότι υπάρχει τάση για παρόμοια συμπεριφορά και συνεπώς αυξημένος κίνδυνος επανάληψης αδικημάτων.

Το Εφετείο υπογράμμισε επίσης ότι η προστασία του κοινωνικού συνόλου και η αποτροπή νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα ύψιστου δημοσίου συμφέροντος, τα οποία υπερισχύουν της ατομικής ελευθερίας του κατηγορουμένου στο στάδιο πριν από τη δίκη.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε ηπιότερα μέτρα, όπως επιβολή όρων ή διατάγματος αποκλεισμού, το Εφετείο έκρινε ότι το ενδεχόμενο αυτό είχε εξεταστεί και απορριφθεί αιτιολογημένα. Τόνισε δε ότι, όταν διαπιστώνεται κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων, δεν υπάρχει περιθώριο εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων αντί της κράτησης.

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης και επικύρωσε την απόφαση για κράτηση, επιβεβαιώνοντας ότι η πρωτόδικη κρίση κινήθηκε εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας και στη βάση της ισχύουσας νομολογίας.