Καταδικάστηκε σε φυλάκιση ως ένας από τους εμπλεκόμενους στο σκάνδαλο με το ΧΥΤΑ Πάφου και ζητούσε εκ των υστέρων την ακύρωση της απόφασης του Δήμου Πάφου για να τον απολύσει από τη θέση του οικονομικού διευθυντή.

Συγκεκριμένα, καταδικάστηκε στις 7.2.2020 από το Κακουργιοδικείο Πάφου σε πέντε χρόνια φυλάκιση για οκτώ αδικήματα. Ήτοι για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς καταδολίευση, του δεκασμού δημόσιου λειτουργού, της δωροληψίας από δημόσιο αξιωματούχο, της αθέμιτης απόκτησης περιουσίας, της απόσπασης από δημόσιο λειτουργό, της κατάχρησης εξουσίας, της δωροληψίας και επίδειξης εύνοιας από δημόσιο λειτουργό και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Λόγω της καταδίκης του αυτής ο Δήμος Πάφου με επιστολή ημερομηνίας 29.9.2022, του γνωστοποίησε την απόφασή του να του επιβάλει την πειθαρχική ποινή της απόλυσης. Κατά συνέπεια τούτου, καταχώρησε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο ζητώντας ακύρωση της απόφασης του Δήμου.

Σύμφωνα με απόφαση που εξέδωσε χθες η δικαστής Ελένη Μιχαήλ, ο αιτητής ήταν υπάλληλος του καθ’ ου η αίτηση Δήμου Πάφου στη θέση του δημοτικού ταμία – οικονομικού διευθυντή. Πριν την απόφαση για απόλυσή του συνεπεία της καταδίκης του, ο Δήμος έλαβε νομική γνωμάτευση από τον νομικό του σύμβουλο, περί του κατά πόσο τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αιτητής ενέχουν έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα, ενώ ενημέρωσε και τον αιτητή για να υποβάλει τυχόν παραστάσεις του.

Σημειώνεται ότι στη μακροσκελή γνωμάτευση καταγραφόταν το εύρημα ότι τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο τότε οικονομικός διευθυντής του Δήμου, ενέχουν έλλειψη τιμιότητας. Ο αιτητής εισηγείτο ότι πάσχει η απόφαση απόλυσής του επειδή βασίστηκε σε πάσχουσα και ελλιπή νομική γνωμάτευση, επειδή ο αιτητής στερήθηκε του δικαιώματός του σε ακρόαση προτού ληφθεί νομική γνωμάτευση, λόγω έλλειψης έρευνας και αιτιολογίας και λόγω παραβίασης της αρχής ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ δευτέρου για το ίδιο αδίκημα και της αρχής της αναλογικότητας.

Το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε εν πρώτοις, ότι μόνο ελλιπής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η νομική γνωμάτευση που δόθηκε προς τον Δήμο εφόσον και εντοπίζει τα καίρια θέματα και τα απαντά δεόντως. Η εισήγηση του αιτητή, ότι μέσω της πειθαρχικής ποινής τιμωρήθηκε δύο φορές για το ίδιο αδίκημα, αναφέρει η δικαστής, επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω, μετά την τελεσιδικία της ποινικής καταδίκης του αιτητή αυτό που διερεύνησε ο καθ’ ου η αίτηση Δήμος και έπραξε στη βάση των ευρημάτων του, ήταν κατά πόσο από την εν λόγω καταδίκη προέκυπτε έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα, χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να συνοδεύουν ένα υπάλληλο που υπηρετεί σε δημόσια θέση. Ουδόλως πρόκειται για το ίδιο αδίκημα αλλά για τυχόν αποκάλυψη μέσω της ποινικής καταδίκης ιδιοτήτων που δεν συνάδουν με την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου, επισημαίνει το Δικαστήριο.

Όσον αφορά στην εισήγηση του αιτητή ότι με τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, το Διοικητικό Δικαστήριο σημειώνει ότι τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αιτητής είναι εξαιρετικής σοβαρότητας και όπως έχω αναφέρει προηγουμένως, δεν συνάδουν καθόλου με την ιδιότητα ενός υπαλλήλου που υπηρετεί στο δημόσιο τομέα. Δεν κρίνω ότι η πειθαρχική ποινή που του επιβλήθηκε ήταν δυσανάλογη των σοβαρών αδικημάτων – που άπτονται μάλιστα των εργασιακών του καθηκόντων – έτσι ώστε να αιτιολογείται η δικαστική παρέμβαση.

Μετά τα ευρήματα αυτά η προσφυγή απορρίφθηκε, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε και ο αιτητής καταδικάστηκε και σε €2.000 έξοδα.