«Δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη», έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση άνδρα που καταδικάστηκε για απειλητικά μηνύματα προς τον αδελφό του και επικυρώνοντας την ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με αναστολή που του είχε επιβληθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.

Η υπόθεση αφορούσε καταδίκη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για αδικήματα κατά παράβαση του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου, καθώς και για αδικήματα απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα.

Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, η συμπεριφορά που αποδόθηκε στον εφεσείοντα συνίστατο σε φραστικές απειλές που αποστέλλονταν μέσω γραπτών μηνυμάτων σε διάφορες περιπτώσεις.

Ο εφεσείων υποστήριξε ενώπιον του Εφετείου ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και το τεκμήριο της αθωότητας, επειδή το αρχικό κατηγορητήριο περιλάμβανε μόνο αδικήματα βάσει της νομοθεσίας για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, τα οποία επέφεραν χρηματική ποινή, ενώ στη συνέχεια προστέθηκαν κατηγορίες βάσει του Ποινικού Κώδικα που προνοούσαν και ποινή φυλάκισης.

Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό, σημειώνοντας ότι η τροποποίηση του κατηγορητηρίου έγινε σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, παρουσία του δικηγόρου του κατηγορούμενου και περίπου τέσσερα χρόνια πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.

Στην απόφαση καταγράφεται ότι το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε το 2018 και η τροποποίηση εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, όταν προστέθηκαν οι επίδικες κατηγορίες. Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε τελικά το 2023, μετά από σειρά αναβολών, οι περισσότερες εκ των οποίων, σύμφωνα με το Εφετείο, οφείλονταν στον ίδιο τον εφεσείοντα.

Το Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είχε αλλάξει δύο φορές δικηγόρους και στο τέλος επέλεξε να χειριστεί την υπόθεση αυτοπροσώπως, προβαίνοντας σε αντεξέταση μαρτύρων και καλώντας μάρτυρες υπεράσπισης.

Οι δικαστές έκριναν ότι δεν προέκυπτε οποιοσδήποτε επηρεασμός της υπεράσπισης λόγω της τροποποίησης του κατηγορητηρίου και ότι η πρωτόδικη απόφαση κινήθηκε εντός των ορίων που αναγνωρίζει η νομολογία.

Αναφορικά με την ποινή, ο εφεσείων υποστήριξε ουσιαστικά ότι, αφού υπήρχαν κατηγορίες για τις ίδιες πράξεις βάσει νομοθεσίας που προέβλεπε ηπιότερες ποινές, θα έπρεπε να του επιβληθεί ποινή μόνο στη βάση εκείνων των αδικημάτων.

Το Εφετείο απέρριψε και αυτόν τον ισχυρισμό, κρίνοντας ότι δεν στηρίζεται στη νομολογία και ότι δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη κρίση ως προς το ύψος της ποινής.

Ως αποτέλεσμα, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και η καταδίκη καθώς και η ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με αναστολή επικυρώθηκαν.