Κάθε φορά που ένας αρμόδιος φορέας γνωστοποιεί στοιχεία τα οποία αφορούν σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, εστιάζει στο γεγονός ότι τις περισσότερες φορές οι αποτρόπαιες πράξεις σε βάρος παιδιών εκδηλώνονται από πρόσωπα της οικογένειάς τους ή από πρόσωπα με τα οποία έχουν μεγάλη εξοικείωση, καθώς ανήκουν στο ευρύτερο κοινωνικό και φιλικό περιβάλλον της οικογένειας.

Οι διαπιστώσεις αυτές δεν είναι απλώς ένα ακόμη στατιστικό ή ενημερωτικό στοιχείο αλλά δίνουν το στίγμα πώς ένα παιδί βιώνει αυτό που συμβαίνει και τι προεκτάσεις έχει αυτή η εγκληματική συμπεριφορά που καταγράφεται σε βάρος του. Ταυτόχρονα, όμως καταδεικνύουν και το πόσο σημαντική είναι η πολυθεματική στήριξη του παιδιού-θύματος από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Μια τέτοια περίπτωση αναφέρθηκε σήμερα στο πλαίσιο της ημερίδας του Συμβουλίου «ΦΩΝΗ» με θέμα τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, από την επιστημονική συντονίστρια του Σπιτιού του Παιδιού, «Hope For Children», Ροδούλα Παπαλαμπριανού.

Η περίπτωση ήταν μία από τις χιλιάδες που τέθηκαν ενώπιον των αρμόδιων φορέων όλα αυτά τα χρόνια. Αφορούσε παιδάκι τεσσάρων ετών, για το οποίο λήφθηκε ανώνυμη καταγγελία για ενδεχόμενη σεξουαλική κακοποίησή του από τον πατέρα του. Αμέσως κινήθηκαν οι διαδικασίες και όπως αναφέρθηκε, κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε αρχικά με το παιδί στο σχολείο, αυτό σε ερωτήσεις διερευνητικού χαρακτήρα αναφορικά με το πλαίσιο της οικογένειάς του, παρουσιάστηκε περιγραφικό, με δυνατότητα ανάκλησης περιστατικών, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «κάποιες φορές συμβαίνουν κακά πράγματα στο σπίτι».

Το παιδί μεταφέρθηκε άμεσα από την κοινωνική λειτουργό, στο Σπίτι του Παιδιού για λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης. Όπως αναφέρθηκε, υπήρξε ευελιξία από την ανακρίτρια, η οποία έδωσε χώρο στη μη λεκτική έκφραση μέσω ζωγραφιάς, χειρονομιών και εκφραστικών αντιδράσεων από το παιδί. Μια πρακτική που αντανακλά την αρχή ότι η διαδικασία προσαρμόζεται στο παιδί και όχι το αντίστροφο.

Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης του παιδιού, εκδόθηκαν άμεσα εντάλματα σύλληψης και οι γονείς συνελήφθησαν την ίδια ημέρα.

Η περίπτωση όμως αυτή δεν σταματούσε εδώ, καθώς προέκυψε εμπλοκή και  μικρότερου αδερφού, για τον οποίο υπήρξαν μαρτυρίες τόσο για κακοποίηση εις βάρος του, όσο και για έκθεσή του ως αυτόπτη μάρτυρα σε περιστατικά βίας.

Κατά τη διερεύνηση αναδείχθηκαν και άλλες μορφές βίας, γεγονός που οδήγησε σε ανάγκη για ψυχολογική αξιολόγηση και των δύο αδελφών στο Σπίτι του Παιδιού.

Κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης, εκτιμήθηκαν ενδείξεις αυξημένης ευαλωτότητας και σχετική συμπτωματολογία, συνδεόμενη με τα καταγγελόμενα περιστατικά, όπως εκδηλώσεις εκδραμάτισης μέσω των οποίων τα παιδιά αναπαριστούσαν σταδιακά τις εμπειρίες τους, δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση και στοιχεία που επηρέαζαν τη συνολική τους λειτουργικότητα.

Παρουσίαζαν έντονη σύγχυση ως προς τη διάκριση μεταξύ κακοποιητικών συμπεριφορών και φροντίδας, περιγράφοντας τον πατέρα, ο οποίος φερόταν ως θύτης, ως πρόσωπο με κυρίως φροντιστικά χαρακτηριστικά. Ενδεικτικά, ένα από τα παιδάκια ερμήνευε την κακοποίηση ως μέσο ικανοποίησης των αναγκών του πατέρα, με στόχο να τον καθιστά «χαρούμενο».

Περιγράφοντας την περίπτωση αυτή, η κ. Παπαλαμπριανού, εστίασε στη μεγάλη σημασία που έχουν οι συστηματικές πολυθεματικές συναντήσεις στο Σπίτι του Παιδιού, μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών όπου σε αναστοχαστικό επίπεδο, αξιολογείτο η πορεία της συνεργασίας και της εξέλιξης των παιδιών και διαμορφωνόταν εκ νέου πλάνο παρεμβάσεων ανάλογα με τις ανάγκες που προέκυπταν σε κάθε στάδιο και μετά από κάθε διαδικασία.

Υπηρεσίες σε περισσότερα από 3.000 παιδιά

Το Σπίτι του Παιδιού λειτουργεί στην Κύπρο από το 2017, παρέχοντας ολοκληρωμένες υπηρεσίες σε παιδιά-θύματα σεξουαλικής κακοποίησης σε παγκύπρια βάση, από το «Hope For Children» CRC Policy Center, υπό την εποπτεία και χρηματοδότηση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και αποτελεί βασικό πυλώνα της Εθνικής Στρατηγικής του Συμβουλίου «ΦΩΝΗ» για την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών.

Μέχρι σήμερα, περισσότερα από 3.000 παιδιά έχουν λάβει υπηρεσίες, γεγονός που αποτυπώνει τόσο την έκταση του φαινομένου όσο και τη συσσωρευμένη εξειδικευμένη πλέον εμπειρία στη  διαχείριση σχετικών περιπτώσεων.

Στη λειτουργία του Σπιτιού του Παιδιού συμμετέχουν η Αστυνομία, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας,  η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του υπουργείου Παιδείας, καθώς και οι Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του υπουργείου Υγείας.

Όπως εξήγησε η κ. Παπαλαμπριανού, το Σπίτι του Παιδιού βασίζεται στο ισλανδικό μοντέλο Barnahus σύμφωνα με το οποίο, το παιδί τοποθετείται στο επίκεντρο όλων των διαδικασιών, με στόχο την αποφυγή επανατραυματισμού και τη διασφάλιση ολιστικής φροντίδας. Κεντρική αρχή του μοντέλου αποτελεί ότι δεν προσαρμόζεται το παιδί στο σύστημα, αλλά το σύστημα προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού.