Ο Α. Χατζηαντώνης, Κερυνειώτης πρόσφυγας, περιγράφει έθιμα της Λαμπρής.

Τέτοιες μέρες, παραμονές του Πάσχα, οι αναμνήσεις, οι σκέψεις από τα παλιά,  ξανάρχονται από τα παιδικά μου χρόνια, στην Κερύνεια μας…Τότε που ήταν ελεύθερη, αγνή και παραδεισένια!
Τη Μεγάλη Πέμπτη, η μητέρα μου έκοβε σε μικρούς κύβους εκείνο το υπέροχο, μυρωδάτο κίτρινο τυρί -νομίζω μας το προμήθευε η μακαριστή Κλεπινιώτισσα, η Μυρού, γυναίκα βοσκού και μητέρα αγνοουμένου- και το έβαζε λίγο-λίγο σε ένα μικρό «μύλο», αλεστήρι, σιερομυλίν, νομίζω, το ‘λεγε η γιαγιά μου η Αννού, στερεωμένο στην άκρη του μεγάλου, στενόμακρου τραπεζιού της κουζίνας μας. Μου ανέθετε το γύρισμα, διαδικασία επίπονη,  από ένα μικρό χερούλι στο πλάι. Εγύριζά το, αρκετή ώρα, μέχρι που πιανόταν το χέρι μου και αναλάμβανε η αδελφή μου… Μοσκοβολούσε όλο το σπίτι, θυμάμαι…Ακόμα και οι καλοί μας γείτονες ήξεραν ότι η κυρία Έλλη, η «γιάτραινα» -ήταν ιατρός ο πατέρας μου-ετοιμαζόταν για τις φλαούνες…
Μετά, η ιεροτελεστία της ζύμης. Και τι δεν έβαζε μέσα; Σταφίδες, αβγά, μαστίχα, αν καλώς ενθυμούμαι, δυόσμο και άλλα…Έφτιαχνε και 2-3 αφκωτές, δηλ. κόκκινα βρασμένα αβγά τυλιγμένα σε καθαρή ζύμη.Τις λατρεύαμε, και εγώ και οι αδελφές μου, Άντρη και Χρύσω…
Όταν οι φλαούνες ήταν έτοιμες, αφού τις άλειφε με κτυπημένο κρόκο αβγού, τις βάζαμε σε 3-4 σινιά, έγραφε ο μακαριστός πατέρας μου με άσπρη κιμωλία το όνομα Γιατρός Μανωλάκης στο πλάι και τις μετέφερε στην Πάνω Κερύνεια, στον φούρνο του Τσουλούπα…
Αλλά, ήταν και οι άλλες προετοιμασίες, όπως φυσικά το βάψιμο των πασχαλινών αβγών. Για τα κίτρινα, νομίζω, χρησιμοποιούσε η μητέρα μια χρωστική ουσία, από τους λεγόμενους Λαζάρους, τις γνωστές κίτρινες μαργαρίτες που πλημμυρίζουν τέτοια εποχή τους αγρούς και τις αυλές μας. Για τα κόκκινα, χρησιμοποιούσε εκτός από την τεχνητή βαφή και ένα άλλο εκχείλισμα βοτάνων, που δεν γνωρίζω από ποιο φυτό έβγαινε…
Δεν συνηθίζαμε να ψήνουμε αρνί-οβελία, προτιμούσαμε όρνιθα βραστή αβγολέμονο και σούβλα χοιρινή και αρνίσια. Με αρκετές πατάτες φούρνου ως συνοδευτικό.
Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω αυτές τις υπέροχες, παιδικές εμπειρίες που με αξίωσε ο Θεός να ζήσω, να βιώσω, στην πόλη μας, την ελληνικότατη πόλη του Κηφέα και του Πράξανδρου, πριν οι ανεγκέφαλοι μας φέρουν τον Οθωμανό, με την απαίσια προδοσία του Ιούλη του ’74, η οποία είχε προετοιμαστεί αρκετά χρόνια πριν. Στα επιτελικά Γραφεία Πολέμου της Τουρκίας αλλά και εξυφαίνετο στο ΓΕΣ της χουντοκρατούμενης, τότε, Ελλάδας.
Αυτές οι αναμνήσεις είναι που μας κρατούν ακόμα ζωντανούς, εμάς τους Τζερυνειώτες, αλλά και όλους τους υπόλοιπους πρόσφυγες. Διστάζω να πω το χιλιοειπωμένο: Άντε, και του χρόνου στα σπίτια μας, διότι έχω πάψει προ πολλού να ελπίζω. Συμπληρώστε το εσείς οι ίδιοι, αγαπητοί μου φίλοι…! Αν, φυσικά, το πιστεύετε…!