Υπήρχαν ανοικτές ταξικές συγκρούσεις ανάμεσα στους αριστοκράτες γαιοκτήμονες (πιστωτές) και στους οφειλέτες αγρότες. Η εξουσία ήταν μονοπώλιο των αριστοκρατών. Ο όρος αριστοκρατία αφορά οικογένειες που αυτοπροσδιορίζονταν και αναγνωρίζονταν από όλους τους άλλους ως αριστοκράτες. Τα μέλη της τάξης αυτής είχαν στην κατοχή τους το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου. Ο πλούτος είναι έννοια σχετική. Αυτό που είχε σημασία είναι ότι οι Έλληνες αριστοκράτες της αρχαϊκής περιόδου είχαν υπό τον έλεγχο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και το ανθρώπινο δυναμικό –άλλο ένα στοιχείο πλούτου– ώστε να διαθέτουν όπλα και άλογα για προσωπική τους χρήση ή να μπορούν να εισάγουν είδη πρώτης ανάγκης.
Η κοινωνική δομή στις ελληνικές πόλεις και στη Ρώμη ήταν αισθητά παρόμοια. Όσοι δεν ήταν αριστοκράτες και αποκτούσαν πλούτο, ζητούσαν μερίδιο στο μονοπώλιο της εξουσίας.
Οι αριστοκρατικές οικογένειες διατηρούσαν την κυριαρχία της άρχουσας τάξης, λόγω καταγωγής με τα αποκλειστικά δικαιώματα μιας κληρονομικής τάξης.
Με την πάροδο του χρόνου επήλθαν σημαντικές μεταβολές στην κοινωνία. Οι γαιοκτήμονες απέκτησαν μεγάλες εκτάσεις που τις καλλιεργούσαν οι δούλοι.
Όσον αφορά στην παιδεία, η αγωγή διακρινόταν από την παιδαγωγική. Κύρια λειτουργία της αγωγής και της παιδαγωγικής ήταν να μεταδίδουν τις κυρίαρχες αξίες της κοινωνίας στις επόμενες γενεές. Ο ρόλος του κράτους ήταν σχεδόν ασήμαντος στον αρχαίο κόσμο. Η ανώτατη Παιδεία ήταν αποκλειστικό προνόμιο μιας ελίτ, παρόλον που κατά διαστήματα ξεσπούσαν λαϊκές αντιδράσεις. Ο απλοί πολίτες, πέρα από τα στενά όρια της παιδαγωγικής, ζούσαν σε κοινότητες όπου ήταν κοινωνίες που στηρίζονταν στις διαπροσωπικές σχέσεις, όπου ήδη από τα παιδικά τους χρόνια βρίσκονταν συνέχεια σε επαφή με τα δημόσια πράγματα. Για τον λόγο αυτό, εξαιτίας της επέκτασης των πολιτικών δικαιωμάτων, η πολιτική παιδεία ήταν συστατικό στοιχείο της ενηλικίωσης. «Σ’ ένα δημοκρατικό κράτος κάθε πολίτης πρέπει να λαμβάνει πολιτικές αποφάσεις. Ένα ιδιαίτερο στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης είναι το ότι οι εμπειρίες των ηγετών δεν ήταν ξένες στους απλούς πολίτες».
Συστατικό στοιχείο του πολιτεύματος ήταν ο προφορικός λόγος και όχι ο γραπτός. Στην πολιτική και στο δίκαιο αυτό γίνεται φανερό από τις αγορεύσεις στα έργα των Ελλήνων. Η ελευθερία του λόγου ήταν η ελευθερία να μιλά κανείς δημοσίως πριν από κάθε συλλογική απόφαση. Η συμβολή του γραπτού πολιτισμού ήταν μηδαμινή. Στην αρχαιότητα κανένας, εκτός από την ελίτ, δεν χρησιμοποιούσε έγγραφα και βιβλία. Όλοι οι άλλοι εξαρτιόνταν από τη δική τους ερμηνεία για το δίκαιο ή το άδικο, για κανόνες πολιτικής συμπεριφοράς κ.λπ.
Στα δικαστήρια οι Έλληνες δικαστές άκουαν τις σχετικές διατάξεις που διαβάζονταν κι ερμήνευαν τον νόμο με τη βοηθεια των λόγων που ετοίμαζαν για τους αντίδικους λογογράφοι στη διάρκεια της εκδίκασης και αμέσως ανακοίνωναν την ετυμηγορία τους, χωρίς να προηγηθεί συζήτηση μεταξύ τους. Οι δικαστές είχαν απόλυτη εξουσία. Δεν υπήρχε όμως ειδική τάξη επαγγελματιών νομικών. Γι’ αυτό και οι δικαστικές αποφάσεις χώλαιναν.