Ο Α. Χατζηαντώνης, πρόσφυγας Κερυνιώτης, μας περιγράφει την τελευταία του επίσκεψη στην Κερύνεια. 

Από το 2003, που ο Ραούφ Ντενκτάς άνοιξε τα οδοφράγματα για να «αισθανθούμε εμείς οι Ε/κ ότι εισερχόμεθα σε… άλλο κράτος», έτσι είχε δηλώσει, πρέπει να έχω περάσει στα κατεχόμενα 5-6 φορές. Αλλά, μόνο στην Κερύνεια πηγαίνω. Όχι Καρπασία, όχι εσπερινούς σε εκκλησίες, πουθενά αλλού. Δεν ξέρω γιατί. Μάλλον, τον καθέναν από μας τον ελκύει η ιδιαίτερη πατρίδα του.
Περνώντας από το οδόφραγμα Kermia, Αγ. Δομετίου, προχώρησα διασχίζοντας την πεδιάδα του Κιόνελι, εκεί που τον Ιούνιο του 1958 οι Άγγλοι άφησαν ελεύθερους κάποιους δικούς μας, γύρω στα 35-40 άτομα, Κοντεμενιώτες, τους οποίους είχαν συλλάβει λίγο νωρίτερα. 
Η γνωστή εγκληματική ενέργεια, με το επίσης γνωστό τραγικό αποτέλεσμα. Όχλος Τουρκοκυπρίων, με μπαλτάδες, μαχαίρια, αξίνες, τσεκούρια, κατέσφαξε 7 Ελληνοκύπριους συμπατριώτες μας. Και αργότερα, εδικαιολογούντο οι στυγνοί Αποικιοκράτες, ότι ήταν συνήθης πρακτική τους το λεγόμενο busing, δηλ. αν αφήνονταν ελεύθεροι κάποιοι που παρανόμησαν, πρέπει να μεταβούν με τα πόδια στο χωριό τους, κάτι που εφάρμοζαν και στην Κένυα και αλλού…
Διασχίζω τον Πενταδάχτυλο, αντικρίζω τη γενέθλια πόλη, τη σκλαβωμένη πόλη του Κηφέα και του Πράξανδρου. Δεν είχα σκοπό να μείνω πολύ. Έμεινα συνολικά μια ώρα και ένα τέταρτο.
Αλγεινή εντύπωση, παντού. Το σπίτι μου το πατρικό, το αρχοντικό του ιατρού πατέρα μου, Μανώλη Χατζηαντώνη, μετετράπη σε Bar-Restaurant… Στην κεντρική λεωφόρο 25ης Μαρτίου κάποτε, που μετονομάσθη σε Bulent Ecevit… Κατεβαίνω στην εμπορική οδό Ελλάδος. Ένα συνονθύλευμα ήχων, αρωμάτων, χρωμάτων. Άσπροι, μαύροι, Ανατολίτες, ξένοι, Τουρκάλες με τη μαντίλα και ούτω καθεξής…
Κατευθύνομαι προς το λιμανάκι. Πηγαίνω στο πίσω μέρος, στην παραλία γνωστή ως «τα φύτζια». Χαμός από αυτοκίνητα… Στη νοτιοδυτική πλευρά του πανάρχαιου επιβλητικού κάστρου, σε στενό δρόμο, μπροστά μου ένα αυτοκίνητο Τούρκου, Τ/κ, δεν ξέρω. Μου κόβει τον δρόμο. Δεν χωράγαμε, κάποιος έπρεπε να βάλει την όπισθεν. Εγώ, ως πάντα ευγενής -και τι κέρδισα αλήθεια;- βάζω την όπισθεν… Αλλά πίσω μου είχαν έρθει άλλα 2-3 αυτοκίνητα. Αμηχανία… Ο απέναντι, ανυποχώρητος -αφού είδε ότι ήμουν και Ε/κ από τους αριθμούς εγγραφής- πεισματικά αρνείται… Τον καλώ να κάνει πίσω, τίποτα! «You go back…!», φωνάζει! Και με εξυβρίζει στη γλώσσα του!
Τέλος πάντων, ευτυχώς οι πίσω είχαν τζιπ, ανέβηκαν στην όχθη, έκανα πίσω, φύγαμε.
Ανεβαίνω προς τα στενά σοκάκια. Συναντώ το εκκλησάκι της Παναγίας της Χρυσοπολίτισσας… Εγκατελειμμένο τελείως. Το φωτογραφίζω. Ρημαγμένο. Πέτρες και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι, όπως λέει ο ποιητής! Εισέρχομαι, κάνω τον σταυρό μου. Γονατίζω. Ένα δάκρυ νιώθω να τρέχει στο πρόσωπο… Ένας λυγμός, σαν κόμπος στον λαιμό μου… Προσεύχομαι για κάποια δικά μου, να αναπαύσει την ψυχούλα του γιου μου, να μου δίνει δύναμη, κουράγιο στα βάσανα που αντιμετωπίζω…
Θυμάμαι, όταν ζούσαμε στην ελεύθερη Κερύνεια μας, πριν δώσουμε εξετάσεις, τα λεγόμενα Γραπτά, πριν το ‘74, κάθε Ιούνιο, πηγαίναμε με τις αδερφές μου και ανάβαμε ένα κερί να μας φωτίσει η Παναγιά να γράψουμε… Πώς πέρασαν τόσα χρόνια!
Φωτογραφίζω την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και ανηφορίζω προς τα σχολεία. Η Εμπορική Σχολή της Νιόβης Φράγκου, δίπλα το Γυμνάσιο Κερύνειας. Στέκομαι απ’ έξω και στα αφτιά μου αντηχεί και πάλι η βροντερή φωνή του αγγλοδιδάσκαλού μας, μακαριστού Μιχάλη Φυσεντζίδη: «Do-did-done!». Να μας λέει τους χρόνους του ρήματος do! Σαν ήχος καμπάνας, θυμάμαι: «Ντου, ντιτ, νταααν!». Βγάζω το μαντίλι, σκουπίζω τα δάκρυα που πάλι τρέχουν βροχή… Αυτός με έκανε να αγαπήσω τα Αγγλικά και αργότερα να σπουδάσω και εγώ Αγγλική Φιλολογία! Φάνηκα αντάξιός σου, δάσκαλε; Δεν ξέρω…
Απέναντι, από την άλλη πλευρά, το Δημοτικό… Αχ, αυτά τα χρόνια του Δημοτικού! Ξανάρχονται στα αφτιά μου οι αθώες παιδικές φωνούλες, των παιδιών, των συμμαθητών μου, σαν τιτιβίσματα πουλιών, που έτρεχαν ελεύθερα, χαρούμενα, ξέγνοιαστα στην αυλή. Πάλι δάκρυα, γεμάτα αναμνήσεις, πικρό παράπονο, και ένα μεγάλο «γιατί;».
Ως πότε ο Ελληνισμός θα συρρικνώνεται; Γιατί αυτή η εμπάθεια εναντίον μας, εκ μέρους των ξένων;