Ο Α. Χατζηαντώνης συνεχίζει την αφήγησή του για το πώς βίωσε τις πρώτες μέρες της εισβολής του ‘74, στη γενέτειρά του Κερύνεια.

Αφού πήραμε ελάχιστα πράγματα από το σπίτι, μαζί και λίγα χειμερινά ρούχα διότι ο πατέρας μου, λοχαγός ιατρός της ΕΦ, Εμμανουήλ Χατζηαντώνης, υπέθεσε ότι μπορεί να αργήσουμε να επιστρέψουμε, κατευθυνθήκαμε ανατολικά προς τον Άγ. Επίκτητο, χωριό καταγωγής του… Βρήκαμε προσωρινό καταφύγιο, στο σπίτι του μ. θείου Ανδρέα. Ζέστη αφόρητη. Μια απαίσια μυρωδιά από ένα σάπιο καρπούζι που έλιωνε, αφημένο στον πάγκο της κουζίνας, μύγες παντού. Οι βολές από τα πολεμικά πλοία των Τούρκων συνέχιζαν να βάλλουν κατά στρατηγικά επιλεγμένων σημείων. Αιθάλη, κάπνα ανυπόφορη να έρχεται από τον καιγόμενο Πενταδάκτυλο… Δεν μπορούσες να αναπνεύσεις!
Προς το απόγευμα, περνά συγγενικό μας πρόσωπο από το σπίτι. Υπήρχαν φήμες ότι ανήκε στην ΕΟΚΑ Β’. Ο πατέρας μου, ταραγμένος και πολύ πικραμένος, τον ρωτά: «Βλέπεις τι γίνεται; Πού είναι τώρα η “μάνα” μας, να μας σώσει; Ε; Πού είναι;».
Εκείνος, μαυρισμένος από την κάπνα και καταϊδρωμένος, ήταν απογοητευμένος και εξοργισμένος. Πήρε μερικές κονσέρβες από το σπίτι και αφού μας χαιρέτησε, έφυγε προς Μπέλλα Πάις, να ενωθεί με τους υπόλοιπους Κερυνειώτες. Η μητέρα μου βρήκε ένα κούζο με χαλλούμια και με κάτι παξιμάδια βγάλαμε την ημέρα. Νερό λιγοστό από το πηγάδι στην αυλή με τις συκιές και τα 2-3 ελαιόδενδρα στην πίσω αυλή του θείου Αντρέα του καφετζή. Θεός συγχωρέσει τον κι αυτόν. Έφυγε, πλήρης ημερών και έργων, 93 ετών, πριν 3 χρόνια.
«Πρέπει να φύγουμε προς Βαρώσι, στους συμπεθέρους μας», φώναξε ο πατέρας μου. Βγαίνοντας από το χωριό, ένας Ελλαδίτης αξιωματικός, γνωστός του πατέρα μου ως Χουντικός, μας σταματά και φωνάζει: «Η Κερύνεια φλέγεται. Κατελήφθη από τουρκικά στρατεύματα. Να μη γυρίσετε πίσω, γιατρέ».
Από τον καινούριο δρόμο Κλεπίνης, κατευθυνθήκαμε προς Αμμόχωστο. Πήγαμε κατευθείαν στο σπίτι των συμπεθέρων μας. Κάπου στον Αγ. Μέμνονα. Εκεί ήταν και ο Αμμοχωστιανός επιχειρηματίας, Φάνος Επιφανίου. «Εγώ πρόσφυγας στα 67 μου, συμπέθερε;», είπε σχεδόν κλαίγοντας ο πατερούλης μου, θυμάμαι. «Σ’ αυτή την ηλικία; Που έπρεπε να ξεκουραστώ μετά από 40 χρόνια σκληρής δουλειάς;».
Βέβαια, οι Αμμοχωστιανοί δεν φαντάζονταν, ότι σε λίγες μέρες, θα εγίνονταν κι εκείνοι πρόσφυγες, στον ίδιο τους τον τόπο…
Φεύγοντας από Αμμόχωστο, προχωρήσαμε με το παλιό Austin Cambridge, προς Λεμεσό, πόλη όπου ζούσαν οι άλλοι μας συμπέθεροι, από την πλευρά της μεγάλης μου αδερφής, Άντρης. Μείναμε για λίγο εκεί και μετά κατευθυνθήκαμε προς το χωριό Αγρός.
Θα επανέλθω.