Σκέψεις από τον Α. Χατζηαντώνη με αφορμή τον βασιλικό και τη συκιά που βλάστησαν τυχαία στην αυλή του.
Όταν ήρθα προ τριετίας από την Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση στα πάτρια εδάφη, στην Κύπρο δηλαδή, τσιμέντωσα μέρος της μπροστινής αυλής, δημιουργώντας χώρο για το αυτοκίνητο. Κοντά στο μπροστινό τοιχαράκι, ο εργάτης σκέφτηκε να αφήσει μια στενή λωρίδα χώμα, για να φυτέψω κάτι. Επέλεξα 2 κυπαρισσάκια. Τα πότιζα, τα φρόντιζα, επί ενάμιση χρόνο και πλέον, αλλά στο τέλος ξεράθηκαν, έγιναν κατακίτρινα και αναγκάστηκα να τα ξεριζώσω…
Όταν την περασμένη Άνοιξη έφερα κηπουρό να ξεχορτίσει, ανάμεσα στα αγριόχορτα βρήκε μια βασιλιτζιά (βασιλικό). “Να την αφήκω μάστρε;”, με ερώτησε ο άνθρωπος, και εγώ συγκατένευσα. Η βασιλιτζιά αυτή, αναπτύχθηκε, πέταξε κλωνάρια, και φουντωτή όπως είναι, κάθε απόγευμα που την ποτίζω, γεμίζει με μια υπέροχη ευωδιά όλο τον χώρο! Είναι ένα άρωμα, που με συντροφεύει, με ενδυναμώνει ψυχικά, και ευγνομονώ τον Θεό που, εντελώς τυχαία, μου την έστειλε…
Αλλά, προσέξτε και το εξής: Ακριβώς δίπλα στην μπροστινή βεραντούλα, εδώ και 2-3 μήνες, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΣΙΜΕΝΤΟ, σε μια σχισμή, ξεφύτρωσε μια συκιά…Ήδη, ψήλωσε με πολύ γρήγορο ρυθμό,άπλωσε τα φύλλα της και αυτή την στιγμή είναι 1,5-2 μέτρα! Με ξεπέρασε σε ύψος! Ουδέποτε την πότισα, και όμως αναπτύχθηκε… Γνωρίζω βέβαια, ότι οι συκιές δεν χρειάζονται νερό. Μου το έλεγε η μακαριστή μητέρα μου.
Όμως, πού ήθελα να καταλήξω; Ό,τι αποτελεί δική μας απόφαση, επιλογή, είναι εντελώς μετέωρο, αβέβαιο… Ό,τι όμως, έχει αποφασιστεί από τον Δημιουργό, προχωρεί απρόσκοπτα, αναπτύσσεται, παίρνει τον δρόμο του, έστω και χωρίς τη δική μας φροντίδα, τη δική μας συγκατάθεση. Ουδείς λοιπόν, μπορεί να αποδίδει σημασία ή να προγραμματίζει ανθρώπινα έργα. Είναι αμφίβολα, μάταια… Καταρρέουν! Σε πλήρη αντίθεση, με όσα ο Κύριος επιτρέπει να συμβούν. Εν τη σοφία Του! Όταν ποτίζω τον βασιλικό στη στενή λωρίδα γης, κάθε που δειλινιάζει, απολαμβάνω το άρωμα του, και  στο μυαλό μου έρχεται ένα κυπριακό τραγουδάκι (;). “Έναν κλωνίν βασιλιτζιά, για μέναν κόρη κόψε. Μυρίστου το, τζαι δώσμου το, ν’ αναστηθώ τζιαι πόψε!”.