Ο Μ. Κοκκινίδης θυμάται την προσφυγιά ένεκα της τουρκικής εισβολής το 1974.

Από το άρθρο της «Πρώτης Γραμμής» του Φιλελεύθερου τη Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017, με τίτλο «Μετακόμιση στο Πέλλαπαϊς» στο οποίο περιγράφονται η προσπάθεια, τα προβλήματα και η αγωνία της ιατρού Ρίτας Ελισσαίου στη μετακόμιση και τη φροντίδα των ασθενών του νοσοκομείου της Κερύνειας στο Πέλλαπαϊς, πήρα την ευκαιρία να θυμηθώ μια ευχάριστη όσο και συγκινητική συνάντηση που είχα κάποτε στο γραφείο μου στη Λεμεσό όπου υπηρετούσα τότε ως Συντονιστής της Υπηρεσίας Μερίμνης και Αποκαταστάσεων Εκτοπισμένων (Υ.Μ.ΑΠΕ).
Πρέπει να αναφέρω ότι και εμείς, ως προσωπικό της Σχολής Λάμπουσας, που λειτουργούσε λιγότερο από ένα χιλιόμετρο στην παραλία δυτικά από το Πέντε Μίλι όπου γινόταν η απόβαση των τουρκικών στρατευμάτων εισβολής, είχαμε κι εμείς τα δικά μας προβλήματα αναφορικά με την εκκένωση της Σχολής και την προστασία των παιδιών και των οικογενειών του προσωπικού που ζούσαν μέσα στη Σχολή, αλλά αυτά τα προβλήματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν μελλοντικό θέμα σε μια από τις εκδόσεις του «Φιλελεύθερου».
Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον «Φιλελεύθερο» για τη φιλοξενία που είχαν αμέτρητες επιστολές και άρθρα μου από το 1974-1980, τα οποία σχετίζονταν με τα προβλήματα και τις αγωνίες των προσφύγων και τα οποία ζούσα και εγώ ως πρόσφυγας και ως Επαρχιακός Συντονιστής των Υπηρεσιών Μερίμνης στη Λεμεσό. Όλα τα έχω κάνει τόμο και τα αφήνω στα εγγόνια μου για να μαθαίνουν και να θυμούνται, κυρίως να θυμούνται.
Παρασυρθήκαμε από τις πικρές θύμησες και παραλίγο να ξεχάσουμε τα «Κυκλάμινα».
Ένα πρωινό κτύπησε την πόρτα του γραφείου μου ένας Άγγλος και ρώτησε αν αυτό ήταν το γραφείο για τους πρόσφυγες. Σε καταφατική μου απάντηση μου εξήγησε ότι ζούσε με την οικογένειά του στο Πέλλαπαϊς, ότι οι Τούρκοι τους επέτρεπαν να κινούνται ελεύθερα, και από μια μεγάλη τσάντα που κρατούσε έβγαλε μια μεγάλη ανθοδέσμη από κυκλάμινα. Μου εξήγησε ότι αυτά τα άνθη τα μάζεψαν τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου που ήταν εγκλωβισμένα στο Πέλλαπαϊς και τα στέλλουν στα προσφυγόπουλα. Τον ευχαρίστησα, τον κέρασα από το μπουφέ που εξυπηρετούσε το Γραφείο και έκαμα μια προσπάθεια να μάθω πώς ήταν η κατάσταση στο Πέλλαπαϊς. Είχα καταλάβει πως δεν ήθελε να μιλήσει, τον ευχαρίστησα και πάλι και έφυγε.
Πήρα τα λουλούδια και έτρεξα στη Δ’ Αστική της Λεμεσού. Επέλεξα τη Δ’ Αστική γιατί στην περιοχή είχαν κατοικήσει πολλές προσφυγικές οικογένειες και στο σχολείο υπήρχαν πολλά προσφυγόπουλα. Ο διευθυντής με δέχτηκε με ευγένεια, του εξήγησα τι ήθελα, κάλεσε τα παιδιά, μίλησα στα παιδιά και τους άφησα τα κυκλάμινα.
Τη νύχτα στο σπίτι η γυναίκα μου με είδε κάπως διαφορετικό, με ρώτησε τι είχα, της εξήγησα και έγραψα το ποίημα, «Κυκλάμινα από το Πέλλαπαϊς».

Τα κυκλάμινα τα πήραμε
Καλή σας ώρα.
Τα μυρίσαμε και ξαποστάσαμε,
Ρουφήξαμε τη δροσιά τους και ξεδιψάσαμε.

Τουλίπες απ’ τα Πάναγρα ποιος μας στέλνει,
και ποιος από τη Λάπηθο γεράνια;
Λεμονανθούς του Καραβά από ποιον να πάρουμε,
και ποιος απ’ τις ακρογιαλιές, αθάνατα να στείλει;

Τα κυκλάμινα τα πήραμε,
Καλή σας ώρα.
Τα βάλαμε στον νου και στις καρδιές μας.
Τα ποτίζουμε με δάκρυ να στεγνώσει και να γίνει αίμα.

Τα κυκλάμινα τα πήραμε,
Καλή σας ώρα.