Ο Α. Χατζηαντώνης απευθύνεται «στον φίλο ιστορικό συγγραφέα-αρθρογράφο κ. Γ. Σπανό», όπως γράφει.
Διαβάζω με εξαιρετικό ενδιαφέρον τα άρθρα του φίλου, κ. Σπανού. Ο φίλος Γιάννης, αποτελεί χωρίς αμφιβολία, ένα κομμάτι της ζωντανής Ιστορίας του τόπου μας. Με απίστευτα δραματικό τρόπο, ως αγνός λάτρης του αγώνα των αμούστακων παιδιών της ΕΟΚΑ ‘55-’59, έχει περιγράψει σε συνεντεύξεις του, π.χ. , τις τελευταίες ώρες του ηρωομάρτυρα Βαγορή Παλληκαρίδη, όταν ευρίσκοντο στο ίδιο στρατιωτικό φορτηγό, μεταφερόμενοι στις Φυλακές. Εκεί, όπου ο Ευαγόρας έμελλε να περάσει στον χώρο της αθανασίας. Γράφοντας με το νεανικό, άλικο, αίμα του, μια από τις λαμπρότερες σελίδες της νεότερης Κυπριακής Ιστορίας!
Σε σχόλιο του στον «Φ», λοιπόν, ο εκλεκτός συγγραφέας, με τίτλο «Το σταυδροδρόμι των συνωμοσιών», μας αναπτύσει την ιστορική διαδρομή της Κύπρου, αρχίζοντας περίπου από την πρώτη Οθωμανική Κατάκτηση 1570, φτάνοντας ίσαμε τις μέρες μας.
Κάπου αναφέρει: «Αφού οι Τ/κ ζητούν παραμονή 43.000 Αττιλικών λογχών, για την, δήθεν, προστασία τους από τον Ελληνικό πληθυσμό, γιατί εμείς να μη ζητήσουμε παραμονή 50.000 Ελλήνων στρατιωτών, γιατί να μην αξιώσουμε έλευση 5 Ελληνικών μεραρχιών, προς αναλογία πληθυσμού, και για δική μας προστασία;».
Πολύ ορθή παρατήρηση, φίλε Γιάννη. Αλλά, ασφαλώς θα αντιλαμβάνεσαι ότι μόνο και που θα εθέταμε στο τραπέζι τέτοια αξίωση, αυτό από μόνο του θα αποτελούσε… αιτία πολέμου, για τους νεο-βάρβαρους κατακτητές!
Αλλά, και από την άλλη: Είχαμε και στο παρελθόν (1964-67), μια ελληνική μεραρχία, που απέστειλε ο μ. Γεώργιος Παπανδρέου, και ήμασταν ένα απόρθητο φρούριο απέναντι σε περίπτωση εισβολής εκ Τουρκίας, αλλά γνωρίζουμε καλά, ποιοί συνέβαλαν στην απόσυρση της, και την τραγωδία που επακολούθησε το καλοκαίρι του ‘74.
Αγαπητέ Γιάννη, και εδώ έγκειται η διαφωνία μου σε συγκεκριμένο σημείο του άρθρου σας: Τα… αδέλφια μας οι Τ/κ, είχαν την τύχη, τον ευνοϊκό παράγοντα αν θέλεις, να έχουν τη… μητέρα τους, την προστάτιδα δύναμη Τουρκία, μόλις 42 χιλ. από τις βόρειες ακτές της νήσου μας. Και, το κυριότερο, προσηλωμένη σε διαχρονικά τεθέντες γεωστρατηγικούς στόχους στον εύθραυστο χώρο της Ανατ. Μεσογείου.. Εμείς, τι έχουμε;
Όταν ούτε 2 υποβρύχια δεν κατόρθωσαν να έρθουν τον Ιούλιο του ‘74 να μας συνδράμουν στην απόκρουση της τουρκικής επέμβασης, όταν δικά μας φίλια πυρά λόγω ασυνεννοησίας κατέρριψαν ένα εκ των Noratlas που ήρθε προς συνδρομή της αποδιοργανωμένης Ε.Φ., όταν ο ίδιος ο τότε Ε/κ ηγέτης -σύμφωνα με ιστορικές πηγές-αισθάνθηκε… ανακούφιση μετά την απόσυρση της Ελληνικής μεραρχίας, διότι επίστευεν ότι οι Ελλαδίτες αξιωματικοί τον υπέσκαπταν, πώς έχουμε εμείς σήμερα, εν έτει 2017 την αυταπάτη ότι θα μας κάνει το χατήρι η Ελλάς, να στείλει εδώ, στα ιερά μας χώματα, Ελληνικό Στρατό; Δεδομένης και της οικονομικής δυσπραγίας που διέρχεται το Ελληνικό κράτος;
Όταν, σαν η μόνιμη επωδός που ακούγεται από ανώτατους θεσμικούς άρχοντες της μητρός πατρίδος, του Έλληνα Προέδρου κ. Πρ. Παυλόπουλου μη εξαιρουμένου, είναι: «Εμείς επιθυμούμε σχέσεις καλής γειτονίας με την «φίλη» Τουρκία», τι μπορούμε να προσδοκούμε;
Συνάγοντας: Πολύ ορθές οι επισημάνσεις σου αγαπητέ φίλε, κ. Γ. Σπανέ. Υπογράφω και επαυξάνω. Πλην όμως, ανεφάρμοστες… Διότι, έμεινε εκεί ως φάντασμα και εσαεί θα μας κατατρύχει η φράση του Κων. Καραμανλή: «Η Κύπρος κείται μακράν…!».