Μετά την προβλεπόμενη αποτυχία στη διάσκεψη στο Κραν Μοντάνα άρχισαν στην Κύπρο κριτικές και επικρίσεις για τον χειρισμό των διαπραγματεύσεων από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, ενόψει και των επικείμενων προεδρικών εκλογών. Στο χορό των επικριτών προστέθηκε και το ΑΚΕΛ, γιατί αισθάνεται ότι δυσαρεστεί τους οπαδούς του για τη συνεργασία του με τον Πρόεδρο σε σχέση με το Κυπριακό. 
Η εικόνα που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην Κύπρο είναι περίπου η ίδια με εκείνη που υπήρχε μετά το ναυάγιο κάθε διαπραγμάτευσης και κάθε διαλόγου στα πλαίσια της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ότι το Κυπριακό θα πρέπει να λυθεί με διάλογο μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Το Συμβούλιο Ασφαλείας εν τη σοφία του επιτρέπει σε μία χώρα να διατηρεί 40.000 τουρκικό στρατό και να κατέχει το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και εθελοτυφλεί να αναμένει επίδειξη καλής θέλησης από την Άγκυρα, η οποία ελέγχει πλήρως την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. 
Τα χρόνια περνούν και η Τουρκία προχωρά στα σχέδιά της για διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι μέρος των σχεδίων της εναντίον του ελληνισμού, γεγονός που είναι πρόδηλο από τις καθημερινές παραβιάσεις του θαλάσσιου και αεροπορικού χώρου της Ελλάδας και η αμφισβήτηση της αποκλειστικής θαλάσσιας οικονομικής ζώνης Κύπρου και Ελλάδας, καθώς και η διακήρυξη του προέδρου Ερντογάν ότι δεν αναγνωρίζει τη συνθήκη της Λωζάνης και ότι θα πραγματοποιήσει γεωτρήσεις στη Μεσόγειο, αγνοώντας την αποκλειστική οικονομική ζώνη Ελλάδας και Κύπρου.
Οι μεγάλες δυνάμεις Αμερική και Ρωσία, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδεικνύουν την ίδια απαράδεκτη υποχωρητικότητα που επέδειξε τότε η Ευρώπη έναντι του ναζισμού, που στοίχισε για την ανθρωπότητα εκατομμύρια νεκρούς κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο κ. Ερντογάν επιθυμεί να αναστηλώσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και δυστυχώς γι’ αυτόν δεν μπορεί να επεκταθεί στη Βουλγαρία, Κουρδιστάν, Αρμενία, Ιράκ και Συρία για τους γνωστούς λόγους και έτσι η βουλιμία του στρέφεται εναντίον της Ελλάδας, μιας χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, την ίδια στιγμή που υποτίθεται ότι επιθυμεί να ενταχθεί στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, προσποιείται ότι επιδιώκει δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, ενώ προωθεί τα τετελεσμένα και εμποδίζει τους Τουρκοκύπριους να αποδεχτούν λύση με την οποία θα απολαμβάνουν περισσότερα δικαιώματα και προνόμια από οποιαδήποτε μειονότητα ή κοινότητα του 20%. Και όλα αυτά γίνονται υπό τα βλέμματα και την αδιαφορία και ανοχή του διεθνούς παράγοντα. 
Είναι λυπηρό, γιατί εδώ που φθάσαμε έχει και ο ελληνισμός μερίδιο ευθύνης. Η πατριωτική έξαρση των Κυπρίων προ οποιωνδήποτε εκλογών και οι αλληλοκατηγορίες δεν μας βοηθούν. Είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι όλες οι κομματικές δυνάμεις σε Κύπρο και Ελλάδα και ο απόδημος Ελληνισμός πρέπει να ενωθούμε στην αντιμετώπιση του τουρκικού κινδύνου και ότι η Κύπρος είναι η πρώτη που κινδυνεύει. Ενόσω καθυστερεί η λύση δε θα έχουμε στο τέλος Κυπριακή Δημοκρατία για να φιλοδοξούμε να γίνουμε Πρόεδροι ή Υπουργοί ή Ανώτεροι Αξιωματούχοι της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Είναι επίσης λυπηρό, γιατί μετά από τον τορπιλισμό κάθε προσπάθειας για λύση από την Τουρκία -η οποία δεν επιθυμεί λύση- αλληλοκατηγορούμε και δεν γνωρίζουμε πως να αντιδράσουμε. Είναι καιρός να αντιμετωπιστεί το κυπριακό και ως εθνικό πρόβλημα. Να παύσουμε να λέμε η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται ή το αντίθετο και ο ελληνισμός ολόκληρος -συμπεριλαμβανομένου και του απόδημου Ελληνισμού- να απαιτήσει τα δίκαιά του από τα Ηνωμένα Έθνη, το Διεθνή Παράγοντα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί ικανοποιητική στρατιωτική δύναμη, γιατί έτσι θα αποφευχθούν ανεπιθύμητες περιπέτειες. 
Στην Κύπρο, οι πολιτικοί μας ηγέτες μπορούν να διαφωνούν και να υπόσχονται διαφορετικών τύπων κοινωνικών και οικονομικών μέτρων, αλλά για το Κυπριακό πρέπει, σε συνεννόηση πάντα με την ηγεσία της Ελλάδας, δεν δικαιούνται να διχάζουν το λαό με ψεύτικες και ανέφικτες υποσχέσεις.
Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι η κυπριακή οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, καθώς επίσης και το γεγονός ότι και η ελληνική οικονομία είναι σε πορεία ανάκαμψης. Εκείνο που πρέπει να μη ξεχνούν οι κύπριοι είναι ότι χωρίς τη στήριξη της Ελλάδας, τα παλάτια που κτίζουν είναι παλάτια πάνω στην άμμο και χωρίς θεμέλια και κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, όπως καταστράφηκε το 70% της κυπριακής οικονομίας με την εισβολή. Είναι γι’ αυτό, στις σκέψεις που κάνουν για την μελλοντική μας πορεία πρέπει να έχει προτεραιότητα η συνεισφορά μας στην άμυνα. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι με τις απαιτήσεις και αυξήσεις π.χ. ΑΤΑ και προσαυξήσεις που σχεδόν όλες οι τάξεις άρχισαν να απαιτούν και τα μεγαλεπήβολα σχέδια που προωθούμε ενώ υπάρχουν τα θύματα της εισβολής και της τραπεζικής κρίσης, ζούμε εκτός πραγματικότητας. 
Και στο διά ταύτα: Πώς θα αντιδράσουμε στην πρόσφατη κατάρρευση στο ΚρανΜοντανά; Το κυπριακό, καθώς και η σωτηρία του ελληνισμού δεν είναι θέμα ούτε ενός προέδρου, ούτε ενός πρωθυπουργού, ούτε της κυπριακής ή ελληνικής κυβέρνησης. Είναι θέμα που αφορά ολόκληρο τον ελληνισμό και κάθε μας βήμα πρέπει να σχεδιάζεται και προωθείται από την Ελλάδα και την Κύπρο εν αγαστή και όχι φαινομενική συνεργασία. Καλή είναι η ύπαρξη του Εθνικού Συμβουλίου στην Κύπρο, όμως τη μελλοντική πορεία του κυπριακού, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, πρέπει να τη καθορίζει Πανεθνικό Συμβούλιο. Πρωτοβουλίες έξω από την πανεθνική πολιτική δεν ευνοούνται. Ο χειρισμός του κυπριακού από τον εκάστοτε πρόεδρο της Κύπρου αρχίζοντας από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο δεν έφερε τα ποθούμενα αποτελέσματα. Είναι καιρός να αλλάξουμε πορεία και η εκάστοτε Κυπριακή Κυβέρνηση να μην κολακεύεται από τις φιλικές δήθεν σχέσεις και τη στρατηγική δήθεν συμμαχία μας με ισχυρές χώρες και με τη συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
*Πρώην υπουργός, δικηγόρος.