Προβλήματα τα οποία σχετίζονται με τη διαχείριση θεμάτων όπως είναι η διατροφή, η άσκηση, η χρήση οθονών καθώς και η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών μέσα στα σχολεία, φαίνεται να είναι διαχρονικά, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη λήψης περισσότερων και πιο αποτελεσματικών μέτρων.

Η διαπίστωση αυτή προέκυψε από μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση στο πλαίσιο του πρώτου επιμορφωτικού εργαστηρίου για εκπαιδευτικούς Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης και Επισκεπτριών Υγείας με θέμα «Το Υγιές Σχολείο: Πρόληψη και Υγεία Παιδιών στο Σχολείο». Το εργαστήρι συνδιοργανώθηκε από το Διεθνές Ινστιτούτο Κύπρου για την Περιβαλλοντική και Δημόσια Υγεία του ΤΕΠΑΚ μαζί με το Ερευνητικό και Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο του υπουργείου Παιδείας.

Η συζήτηση εστίασε στην ανάγκη για ενεργότερη εμπλοκή των οικογενειών, αποτελεσματικότερη εφαρμογή της νομοθεσίας και των πολιτικών για Υγιή Σχολεία και στην ανάγκη για σταδιακή αλλαγή κουλτούρας για την προαγωγή της υγείας και της ευεξίας στα σχολεία για όλα τα παιδιά, μέσα από συγκεκριμένες δράσεις.  

Περαιτέρω, το εργαστήρι ανέδειξε την ανάγκη για διάθεση πόρων και τη σύνδεση πολιτικής με την πράξη. Η παρουσίαση ερευνητικών δεδομένων υπογράμμισε τη σημασία της σύνδεσης σχολείου οικογένειας και την αξία της διασφάλισης θετικού περιβάλλοντος. Επιπρόσθετα, αναδείχθηκε η σημασία της πρόληψης, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη συντονισμένης δράσης όλων των εμπλεκόμενων φορέων στη μείωση των παραγόντων κινδύνου εμποδίζουν την υγιή ανάπτυξη και εξέλιξη των παιδιών.

Κοινή διαπίστωση όλων των συμμετεχόντων ήταν ότι η επένδυση στην υγεία των παιδιών αποτελεί επένδυση για το αειφόρο μέλλον της κυπριακής κοινωνίας. Η σταδιακή δημιουργία Υγιών Σχολείων απαιτεί τη συστηματική και διαχρονική συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων, χτίζοντας σε δεδομένα από την επιδημιολογική επιτήρηση δεικτών υγείας και περιβάλλοντος των παιδιών στο σχολείο.

 Η δρ Έλενα Χατζηκακού, διευθύντρια του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, στον χαιρετισμό της υπογράμμισε τη σημασία της διαρκούς επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών και της δημιουργίας ενός πολυδιάστατου πλαισίου συνεργασίας για το Υγιές Σχολείο. Όπως ανέφερε, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς αλλαγής και μεταφοράς γνώσης στις σχολικές κοινότητες.  

Η διαδραστική αλληλεπίδραση μεταξύ των εισηγητών και των συνέδρων ανέδειξε σημαντικά στοιχεία που αφορούν την υπάρχουσα κατάσταση στα σχολεία σχετικά με τα σχολικά προγράμματα πρόληψης και προαγωγής της υγείας παιδιών – με ιδιαίτερη αναφορά στη διατροφή, τη φυσική άσκηση και την υγιεινή. Κατά τη διάρκεια του διαλόγου για βέλτιστες πρακτικές αντιμετώπισης θεμάτων υγείας και πρόληψης στο σχολικό πλαίσιο, οι συμμετέχοντες ανέδειξαν την ανάγκη αντιμετώπισης των πιο κάτω καίριων ερωτημάτων:  

>> Σε ποιο βαθμό οι γονείς/κηδεμόνες γνωρίζουν επαρκώς τα θέματα πρόληψης νοσημάτων και υγιούς ανάπτυξης/εξέλιξης για το παιδί;

>> Σε ποιο βαθμό τα παιδιά στο σχολείο είναι ενημερωμένα για τους κινδύνους υγείας και τις καλές πρακτικές που προάγουν την υγιή ανάπτυξη και εξέλιξη τους;

>> Διασφαλίζεται η επάρκεια γνώσεων των εκπαιδευτικών για θέματα πρόληψης νοσημάτων και υγιούς ανάπτυξης/εξέλιξης των παιδιών σε όλα τα σχολεία της επικράτειας, π.χ. σε αστικές ή αγροτικές περιοχές;

>> Πόσο εύκολη είναι η εφαρμογή μικρών αλλά ουσιαστικών παρεμβάσεων από τους  εκπαιδευτικούς στο σχολείο σε θέματα πρόληψης και υγείας;

>> Σε ποιο βαθμό το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο δίνει τη σχετική αυτονομία στη Διεύθυνση και διδακτικό προσωπικό του κάθε Σχολείου για την υλοποίηση παρεμβάσεων σε θέματα πρόληψης και υγείας;

Εισηγητές στο εργαστήρι ήταν ο δρ Κωνσταντίνος Χ. Μακρής, καθηγητής Περιβαλλοντικής Υγείας του ΤΕΠΑΚ, ο δρ Μιχάλης Τορναρίτης από το Ερευνητικό και Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Υγείας Παιδιού, ο  δρ Σάββας Σάββα και δρ Χαράλαμπος Χατζηγεωργίου, παιδίατροι, Ερευνητικό και Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Υγείας Παιδιού, και η δρ Στάλω Πάπουτσου, διατροφολόγος από το  Ερευνητικό και Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Υγείας Παιδιού.