Για χρόνια, στην Ευρώπη οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί «αγοράς» ή ακόμη και κατάληψης της Γροιλανδίας αντιμετωπίζονταν ως μία ακόμη προκλητική υπερβολή ενός απρόβλεπτου Αμερικανού προέδρου.

Ωστόσο, το σκηνικό πλέον αλλάζει. Η ρητορική έχει σκληρύνει αισθητά, οι απειλές έχουν κλιμακωθεί και οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν πλέον ανοιχτά ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ενδεχόμενο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο: μια ευθεία σύγκρουση συμφερόντων με τις Ηνωμένες Πολιτείες για το μέλλον ενός ευρωπαϊκού εδάφους.

«Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για μια άμεση αντιπαράθεση με τον Τραμπ», δήλωσε στο Politico Ευρωπαίος διπλωμάτης που συμμετέχει στις σχετικές συζητήσεις. «Βρίσκεται σε επιθετική φάση και εμείς οφείλουμε να προσαρμοστούμε αναλόγως».

Η αφορμή για τον συναγερμό στην Ευρώπη ήταν η επιβεβαίωση από τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, Μάρκο Ρούμπιο, ότι σκοπεύει να θέσει επισήμως το ζήτημα της απόκτησης της Γροιλανδίας σε συνομιλίες με τη Δανία, την ώρα που ο Λευκός Οίκος άφηνε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης.

«Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση»


Η ευρωπαϊκή αντίδραση ήταν άμεση – και ασυνήθιστα σκληρή. Υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ δήλωσαν ότι η Γροιλανδία «δεν είναι προς αρπαγή», ενώ ο Γάλλος ΥΠΕΞ Ζαν-Νοέλ Μπαρό, έπειτα από συνεννοήσεις με τους ομολόγους του από τη Γερμανία και την Πολωνία, μίλησε ανοιχτά για ανάγκη χάραξης κοινής ευρωπαϊκής γραμμής.

«Αυτό που διακυβεύεται είναι το πώς η Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί να ενισχυθεί ώστε να αποτρέπει απειλές κατά της ασφάλειας και των συμφερόντων της», τόνισε. «Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση και δεν είναι προς κατάληψη. Οι απειλές πρέπει να σταματήσουν».

Πίσω από τις δηλώσεις, όμως, επικρατεί αμηχανία. «Όλοι είμαστε σοκαρισμένοι και δεν ξέρουμε πραγματικά τι εργαλεία έχουμε στη διάθεσή μας», παραδέχεται Δανός πρώην βουλευτής. «Ουδείς γνωρίζει τι να κάνει, γιατί οι Αμερικανοί μπορούν, θεωρητικά, να κάνουν ό,τι θέλουν. Κι όμως, απαντήσεις χρειάζονται τώρα – όχι σε πέντε ή επτά χρόνια».

Επιλογή πρώτη: Συμβιβασμός με τον Τραμπ και «win-win» αφήγημα


Η πιο άμεση – και λιγότερο επικίνδυνη – στρατηγική για την Ευρώπη είναι η αναζήτηση ενός συμβιβασμού, που θα επιτρέψει στον Τραμπ να εμφανιστεί ως νικητής, χωρίς όμως να αλλάξει η κυριαρχία της Γροιλανδίας. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το νησί είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια των ΗΠΑ, κατηγορώντας τη Δανία ότι δεν το προστατεύει επαρκώς από την αυξανόμενη κινεζική και ρωσική παρουσία στην Αρκτική.

Ένας πρώην ανώτερος αξιωματούχος του ΝΑΤΟ προτείνει μάλιστα η Συμμαχία να αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή, όπως έχει κάνει στο παρελθόν σε άλλες κρίσεις.

«Καθώς λιώνουν οι πάγοι και ανοίγουν νέες θαλάσσιες οδοί στην Αρκτική, η Γροιλανδία γίνεται σοβαρός κίνδυνος ασφαλείας για την αμερικανική ενδοχώρα», δήλωσε ο Αμερικανός πρέσβης στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, αποτυπώνοντας τη λογική της Ουάσιγκτον.

Στο τραπέζι βρίσκονται προτάσεις για αυξημένες στρατιωτικές ασκήσεις στην περιοχή, μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες για την Αρκτική και ακόμη και ανάπτυξη συμμαχικών δυνάμεων στη Γροιλανδία. «Οτιδήποτε μπορεί να ενισχύσει την παρουσία του ΝΑΤΟ και να καλύψει τις απαιτήσεις του Τραμπ πρέπει να εξαντληθεί», σημειώνει διπλωμάτης της Συμμαχίας.

Επιλογή δεύτερη: Χρήμα, επενδύσεις και το «δέλεαρ» της Ευρώπης


Η Ουάσιγκτον στηρίζει ανοιχτά το κίνημα ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ένα ανεξάρτητο κράτος, ευθυγραμμισμένο με τις ΗΠΑ, θα «πλημμυρίσει» από αμερικανικά κεφάλαια. Ο ίδιος ο Τραμπ επιμένει ότι προτιμά μια «εθελοντική» προσχώρηση.

Εδώ ακριβώς προσπαθούν να παρέμβουν η Δανία και η ΕΕ. Σύμφωνα με σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι ευρωπαϊκές δαπάνες για τη Γροιλανδία αναμένεται να υπερδιπλασιαστούν από το 2028, φτάνοντας τα 530 εκατ. ευρώ σε βάθος επταετίας, με έμφαση όχι μόνο στην κοινωνική πολιτική, αλλά και στην ανάπτυξη της εξορυκτικής ικανότητας του νησιού.

«Έχουμε πολλούς ανθρώπους κάτω από το όριο της φτώχειας και οι υποδομές μας υστερούν σημαντικά», δήλωσε ο Κούνο Φένκερ, ντόπιος βουλευτής της αντιπολίτευσης και υπέρ της ανεξαρτησίας του νησιού. «Οι πόροι μας εξάγονται χωρίς ουσιαστικό όφελος για τη Γροιλανδία, αλλά κυρίως για δανικές εταιρείες».

Ένα γενναίο ευρωπαϊκό πακέτο θα μπορούσε να αποδυναμώσει το αμερικανικό αφήγημα και να κρατήσει τη Γροιλανδία εντός της ευρωπαϊκής σφαίρας επιρροής.

Επιλογή τρίτη: Οικονομική αντεπίθεση
Πιο επιθετική – αλλά ταυτόχρονα ριψοκίνδυνη – είναι η ιδέα της οικονομικής αντιπαράθεσης. Η ΕΕ διαθέτει το λεγόμενο «εμπορικό μπαζούκα» (Anti-Coercion Instrument), που δημιουργήθηκε μετά την πρώτη θητεία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, επιτρέποντας την επιβολή αντιποίνων σε περιπτώσεις οικονομικού εκβιασμού.

«Οι εξαγωγές μας προς τις ΗΠΑ ξεπερνούν τα 600 δισ. ευρώ, και σε περίπου ένα τρίτο αυτών έχουμε μερίδιο αγοράς άνω του 50%», σημειώνει ο πρόεδρος της Επιτροπής Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπέρντ Λάνγκε. «Αυτή είναι ξεκάθαρα μια δύναμη που έχουμε στα χέρια μας».

Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη μπορεί να πείσει τον Τραμπ ότι αυτή τη φορά θα προχωρήσει πράγματι σε σύγκρουση – κάτι που δεν έκανε στο παρελθόν.

Επιλογή τέταρτη: Ευρωπαϊκά στρατεύματα στο έδαφος της Γροιλανδίας


Το πιο ακραίο σενάριο είναι και το πιο ανησυχητικό. Αν οι ΗΠΑ κινηθούν στρατιωτικά, οι ευρωπαϊκές επιλογές είναι περιορισμένες. Νομικά, η Δανία θα μπορούσε να υποχρεωθεί να αντιδράσει στρατιωτικά, καθώς υφίσταται από το 1952 διαταγή που προβλέπει άμεση άμυνα σε περίπτωση επίθεσης σε δανικό έδαφος.

«Δεν πρόκειται να προλάβουν οι Ευρωπαίοι να επιτεθούν στους Αμερικανούς προληπτικά», σημειώνει ο στρατιωτικός αναλυτής Τόμας Κρόσμπι. «Αλλά αν η αρχική αμερικανική παρουσία είναι περιορισμένη, θα μπορούσε να θεωρηθεί ποινική ενέργεια και να υπάρξει αντίδραση».

Η αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων κατόπιν αιτήματος της Δανίας θα λειτουργούσε κυρίως αποτρεπτικά. «Θα δημιουργούσε ένα φαινόμενο “tripwire”, όπου αμερικανικές δυνάμεις θα έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στη βία ή στην υποχώρηση», εξηγεί ο Κρόσμπι, προειδοποιώντας ωστόσο: «Είναι αχαρτογράφητο έδαφος και είναι απολύτως πιθανό να χαθούν ζωές».

Ένα τεστ για την ευρωπαϊκή κυριαρχία


Η υπόθεση της Γροιλανδίας δεν αφορά μόνο σε ένα απομακρυσμένο νησί στην Αρκτική.

Αποτελεί ένα τεστ για το κατά πόσον η Ευρώπη μπορεί να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα και την πολιτική της αυτονομία – ακόμη κι όταν η απειλή προέρχεται από τον ισχυρότερο σύμμαχό της.

Το αν θα επιλέξει τον συμβιβασμό, το χρήμα, την οικονομική πίεση ή την αποτροπή με στρατιωτικούς όρους, θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της Γροιλανδίας, αλλά και τη θέση της Ευρώπης σε έναν κόσμο όπου οι παλιές βεβαιότητες καταρρέουν.

iefimerida.gr