Ένα νέο κύκλο συζητήσεων άνοιξε η δημόσια εικόνα του Βλαντίμιρ Πούτιν μετά την παρέλαση της 9ης Μαϊου στη Μόσχα και οι δηλώσεις που ακολούθησαν, για το κατά πόσο ο Ρώσος πρόεδρος αναζητεί πλέον έναν δρόμο εξόδου από τον πόλεμο στην Ουκρανία ή αν πρόκειται για ακόμη έναν τακτικό ελιγμό του Κρεμλίνου.
Αναλυτές, πολιτικοί επιστήμονες και παρατηρητές της ρωσικής πολιτικής σκηνής επισημαίνουν ότι η ρητορική του Πούτιν μετά τους εορτασμούς της «Ημέρας της Νίκης» διέφερε αισθητά από όσα έχει υποστηρίξει η Μόσχα από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ενώ ταυτόχρονα, εκτιμούν πως είναι τρία τα βασικά σενάρια για την εξέλιξη του πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη μετά από αυτή την εξέλιξη.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο Ρώσος πρόεδρος μίλησε ανοιχτά για πιθανό τέλος του πολέμου, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συνάντησης με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι και αναφέρθηκε στην Ουκρανία όχι ως «αντικείμενο» αλλά ως συνομιλητή με τον οποίο θα μπορούσαν να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις ακόμη και χωρίς την άμεση συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παράλληλα, η συζήτηση ενισχύθηκε και από τις εξελίξεις στις αγορές. Στην πλατφόρμα στοιχημάτων «Polymarket», το 98% των εκτιμήσεων συγκλίνει στο ότι ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας θα ολοκληρωθεί μέσα στο 2026. Την ίδια στιγμή, οι μετοχές μεγάλων δυτικών αμυντικών βιομηχανιών κατέγραψαν σημαντικές απώλειες. Η γερμανική αμυντική εταιρεία Rheinmetall έχασε έως και 25% της χρηματιστηριακής της αξίας μέσα σε μία ημέρα, ενώ πιέσεις δέχθηκαν και εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε προηγμένα οπλικά συστήματα, όπως drones και ρομποτικά συστήματα μάχης.
Αναλυτές σημειώνουν πάντως ότι οι κινήσεις αυτές αντανακλούν κυρίως τη διάθεση των αγορών και την επιθυμία πολλών επενδυτών να πιστέψουν ότι η σύγκρουση μπορεί να πλησιάζει προς το τέλος της.
Οι δύο τάσεις
Οι εκτιμήσεις γύρω από τις πραγματικές προθέσεις του Πούτιν διχάζουν τους αναλυτές.
Η μία πλευρά θεωρεί ότι η αλλαγή ύφους δεν είναι τυχαία. Υποστηρίζουν ότι ο Ρώσος πρόεδρος εμφανίστηκε καταβεβλημένος, πολιτικά και προσωπικά, ενώ οι δημόσιες αναφορές του σε ενδεχόμενο τερματισμό του πολέμου αποτελούν ένδειξη ότι το Κρεμλίνο αναζητεί σταδιακά διέξοδο.
Οι πιο απαισιόδοξοι αναλυτές, ωστόσο, θεωρούν ότι πρόκειται κυρίως για επικοινωνιακό ελιγμό. Υπενθυμίζουν ότι στο παρελθόν έχουν υπάρξει επανειλημμένα εκτιμήσεις για πολιτική ή φυσική «κατάρρευση» του Πούτιν, οι οποίες δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ.
Σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης, η νέα ρητορική αποσκοπεί κυρίως στο να μειώσει την πίεση στο εσωτερικό της Ρωσίας, αλλά και να διευκολύνει τις σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ ενόψει πιθανών μελλοντικών διαπραγματεύσεων.
Ο Ουκρανός πολιτικός επιστήμονας Βολοντίμιρ Φεσένκο εκτιμά ότι οι αλλαγές είναι περιορισμένες και κυρίως επικοινωνιακές. Όπως υποστηρίζει, η Μόσχα εξακολουθεί να απαιτεί την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από το Ντονμπάς ως προϋπόθεση ακόμη και για προσωρινή αναστολή των εχθροπραξιών, ενώ θεωρεί πιθανό ότι αργότερα θα τεθούν αντίστοιχα αιτήματα και για τη Χερσώνα και τη Ζαπορίζια.
Ανάλογη είναι και η εκτίμηση του επίσης Ουκρανού πολιτικού αναλυτή Βαντίμ Ντενισένκο, ο οποίος θεωρεί ότι δεν υπάρχει ακόμη σοβαρός λόγος που θα ανάγκαζε τον Πούτιν να σταματήσει τον πόλεμο χωρίς να επιτύχει τους βασικούς του στόχους στην ανατολική Ουκρανία. Παρά τα οικονομικά προβλήματα, η Ρωσία εξακολουθεί να στηρίζεται στα ενεργειακά της έσοδα, ενώ ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Κίνα ασκούν, σύμφωνα με τον ίδιο, επαρκή πίεση στο Κρεμλίνο.
Η πίεση στο εσωτερικό της Ρωσίας
Άλλοι αναλυτές εκτιμούν ότι η αλλαγή τόνου συνδέεται με την αυξανόμενη δυσαρέσκεια μέσα στη ρωσική κοινωνία.
Για χρόνια, μεγάλο μέρος της ρωσικής κοινής γνώμης αποδεχόταν τη λογική ότι ο Ρώσος πρόεδρος δεν γνώριζε την πραγματική κατάσταση στο μέτωπο ή στην οικονομία. Ωστόσο, μετά από περισσότερα από τέσσερα χρόνια πολέμου, οι οικονομικές πιέσεις, οι στρατιωτικές απώλειες και η στασιμότητα στο πεδίο των επιχειρήσεων δυσκολεύουν πλέον αυτή την αφήγηση.
Ο πολιτικός στρατηγικός αναλυτής Μάικλ Σέιτελμαν θεωρεί ότι ο Πούτιν επιχειρεί να αλλάξει την εικόνα του απέναντι στις ελίτ και στην κοινωνία, όχι επειδή θέλει πραγματικά ειρήνη, αλλά επειδή επιδιώκει να απομακρύνει την εσωτερική πολιτική πίεση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το Κρεμλίνο γνωρίζει πλήρως την κατάσταση: το παγωμένο μέτωπο, τις μεγάλες ανθρώπινες απώλειες, την επιβράδυνση της οικονομίας και τη φθορά της διεθνούς θέσης της Ρωσίας. Παράλληλα, εκτιμά ότι οι παραδοσιακές αφηγήσεις περί «μεγάλων νικών» δεν αρκούν πλέον για να συσπειρώσουν τη ρωσική κοινωνία.
Τα τρία σενάρια για το μέλλον
Οι αναλυτές περιγράφουν τρία βασικά σενάρια για την επόμενη φάση του πολέμου και την πολιτική τύχη του Πούτιν.
Το πρώτο σενάριο προβλέπει ότι ο Ρώσος πρόεδρος έχει πράγματι κουραστεί από τον πόλεμο και θα επιχειρήσει σταδιακή αποκλιμάκωση. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, θεωρείται απίθανο να υπάρξει γρήγορο τέλος της σύγκρουσης. Αντίθετα, εκτιμάται ότι θα ακολουθήσει μακρά περίοδος εύθραυστων συμφωνιών και περιοδικών συγκρούσεων, αντίστοιχη με όσα ακολούθησαν τις συμφωνίες του Μινσκ.
Το δεύτερο σενάριο θεωρεί ότι η αλλαγή ρητορικής είναι πλήρως προσχεδιασμένη και εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική επαναπροσέγγισης με τη Δύση και αναζήτησης πολιτικού συμβιβασμού χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις από τη Μόσχα. Σε αυτό το πλαίσιο, εκτιμάται ότι το Κρεμλίνο θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη δυσαρέσκεια στην Ευρώπη για το κόστος του πολέμου και την ενεργειακή κρίση, επιδιώκοντας σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων.
Το τρίτο και πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, είναι ένας συνδυασμός των δύο προηγούμενων: ο Πούτιν εμφανίζεται πράγματι πιεσμένος, αλλά ταυτόχρονα επιχειρεί μέσω της αλλαγής ρητορικής να κερδίσει χρόνο και να διαχειριστεί την εσωτερική και διεθνή πίεση.
«Η 24η Φεβρουαρίου 2022 ήταν η αρχή του τέλους»
Το βασικό συμπέρασμα πολλών Ουκρανών και δυτικών αναλυτών είναι ότι η απόφαση για την εισβολή στην Ουκρανία αποτέλεσε στρατηγικό σημείο καμπής όχι μόνο για τη Ρωσία, αλλά και για τον ίδιο τον Πούτιν.
Όπως υποστηρίζουν, με την έναρξη του πολέμου στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ο Ρώσος πρόεδρος υπέγραψε ουσιαστικά «τη θανατική καταδίκη» τόσο του ίδιου όσο και του υφιστάμενου μοντέλου ρωσικής κρατικής εξουσίας.