Καταλαβαίνουμε ότι οι ηγέτες του Ιράν ανησυχούν για τις επιπτώσεις της αμερικανικής επιδρομής στη Βενεζουέλα, όταν ο εκδότης της σκληροπυρηνικής εφημερίδας Javan αισθάνεται ότι πρέπει να γράψει ένα άρθρο με τίτλο “Δεν υπάρχει σύγκριση με το Ιράν – Μην χάνετε το χρόνο σας”, λέγοντας ότι δεν υπάρχουν επιπτώσεις. Αλλά το αν η Ισλαμική Δημοκρατία είναι έτοιμη να πέσει από μια εξωτερική “ώθηση” των ΗΠΑ ή του Ισραήλ είναι ένα άλλο, πολύ πιο περίπλοκο ζήτημα.
Αυτά τα δύο βαθιά αντιδημοφιλή καθεστώτα έχουν συνδεθεί μέσω της εχθρότητάς τους προς τις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1980 και, πιο πρόσφατα, μέσω της κοινής τους ανάγκης να παρακάμψουν τις ενεργειακές κυρώσεις. Είναι πιθανό η βίαιη μεταφορά του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από το Καράκας στη Νέα Υόρκη το περασμένο Σαββατοκύριακο να έχει θέσει σε κίνδυνο έναν ακόμη κρίκο στο ταχέως συρρικνούμενο δίκτυο συμμαχιών της Τεχεράνης, και μαζί, μια σημαντική χρηματοοικονομική επένδυση.
Λέω “πιθανό”, επειδή δεν είναι ακόμη σαφές το πώς θα εξελιχθεί η επιτυχημένη επιχείρηση των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων που πραγματοποιήθηκε το Σαββατοκύριακο. Η πρώην αναπληρώτρια του Μαδούρο, Ντέλσι Ροντρίγκεζ, έκανε συμβιβαστικές δηλώσεις προς τις ΗΠΑ κατά την ορκωμοσία της ως μεταβατικής προέδρου τη Δευτέρα. Ωστόσο, συναντήθηκε με τους πρεσβευτές των σημαντικότερων διεθνών συμμάχων του καθεστώτος, της Κίνας, του Ιράν και της Ρωσίας, και καταστέλλει σκληρά κάθε πιθανή εγχώρια αντιπολίτευση.
Όλα αυτά έχουν σημασία για το Ιράν, όχι επειδή οι αμερικανικές δυνάμεις πρόκειται να εισβάλουν στο σπίτι του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ – κάτι που θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθεί στην Τεχεράνη παρά στο Καράκας – αλλά επειδή η Ισλαμική Δημοκρατία σπάνια έχει φανεί τόσο αδύναμη.
Οι κληρικοί του Ιράν πρέπει για άλλη μια φορά να αντιμετωπίσουν ένα κύμα μαζικών διαδηλώσεων στους δρόμους, και οι δυνάμεις ασφαλείας τους έχουν μέχρι στιγμής σκοτώσει τουλάχιστον 36 ανθρώπους και συλλάβει άλλους 2.000 [σσ. μέχρι τη στιγμή που γραφόταν αυτό το κείμενο] στο πλαίσιο της καταστολής τους. Αυτό προκάλεσε μια έγκαιρη προειδοποίηση από τον Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ είναι “έτοιμες” να παρέμβουν, σε περίπτωση που η σφαγή συνεχιστεί.
Ο Χαμενεΐ έχει αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερα κινήματα διαμαρτυρίας στο παρελθόν, από τα εκατομμύρια που συμμετείχαν στην “Πράσινη Επανάσταση” υπέρ της δημοκρατίας το 2009 έως το κίνημα “Women Life Freedom” του 2022-2023, και τις διαδηλώσεις για τη λειψυδρία, τις τιμές και την έλλειψη καυσίμων. Ωστόσο, αυτή τη φορά η κατάσταση είναι διαφορετική, καθώς το καθεστώς βρίσκεται σε αμυντική θέση, τόσο στο εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Τον περασμένο χρόνο υπέστη βαριά ήττα από το Ισραήλ σε έναν αεροπορικό πόλεμο και αποδείχθηκε ανίκανο να προστατεύσει τους βασικούς συμμάχους του — συμπεριλαμβανομένου του προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ στη Συρία, της Χαμάς στη Γάζα και της Χεζμπολάχ στο Λίβανο — από την καταστροφή. Η ταπείνωση που αυτό συνεπάγεται ήταν ακραία, παρά την πομπώδη ρητορική του Χαμενεΐ. Συνδέεται επίσης άμεσα με τις διαμαρτυρίες για την δεινή κατάσταση της οικονομίας και την ελεύθερη πτώση του νομίσματός του.
Κατηγορούνται ότι, ενώ παραμελούσαν την υδροδότηση της χώρας, ενίσχυαν τη διαφθορά και υποχρηματοδοτούσαν κρίσιμες εγχώριες υπηρεσίες, ο Χαμενεΐ και το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ξόδεψαν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε μια σειρά από ξένες “περιπέτειες” που — ως επί το πλείστον — δεν έχουν καταλήξει σε κανένα ορατό όφελος για το Ιράν. Αυτό περιλαμβάνει ένα πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου που δεν είχε καμία εμπορική αξία, ενώ κόστισε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή του. Προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο κόστος για τη χώρα λόγω των κυρώσεων και της διεθνούς οικονομικής απομόνωσης που ακολούθησαν λόγω των υποψιών ότι ο στόχος ήταν η παραγωγή πυρηνικών όπλων.
Παράλληλα, στη στρατηγική σπατάλη προστίθεται η προμήθεια και η επιδότηση των συμμάχων στον λεγόμενο Άξονα της Αντίστασης του Χαμενεΐ, ο οποίος είχε σχεδιαστεί τόσο για να επιτεθεί όσο και για να αποτρέψει το Ισραήλ. Η Συρία του Άσαντ βρίσκεται στην κορυφή αυτής της λίστας, με το κόστος της υποστήριξής στο καθεστώς να εκτιμάται σε περίπου 30 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Χεζμπολάχ — και το τεράστιο οπλοστάσιό της με ρουκέτες και πυραύλους — ακολουθεί σε δεύτερη θέση.
Δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για τα ποσά που έχει επενδύσει το Ιράν στη Βενεζουέλα και τώρα ενδέχεται να χάσει. Ωστόσο, με έργα που κυμαίνονται από την κατασκευή διυλιστηρίων πετρελαίου και δεξαμενόπλοιων έως εργοστάσια αυτοκινήτων και κατοικίες, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι ενδέχεται να υπάρχουν εκκρεμείς πιστώσεις ύψους 2 έως 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό δεν είναι μεγάλο ποσό για ένα κυρίαρχο έθνος περίπου 90 εκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά θα επεκτείνει το ανεπιθύμητο για το καθεστώς αφήγημα σπατάλης και αποτυχίας για μια κυβέρνηση που μόλις αναγκάστηκε να αποσύρει μια αύξηση φόρων υπό την πίεση της δημόσιας οργής για την εκτίναξη του πληθωρισμού και του κόστους ζωής. Τώρα αποσπά ακόμη περισσότερα χρήματα και προσοχή από την οικονομία, καθώς οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) – κύριος βραχίονας των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων – προσπαθούν να ανοικοδομήσουν τις αεροπορικές άμυνες και τα αποθέματα πυραύλων που καταστράφηκαν από τις αεροπορικές επιδρομές του Ισραήλ και των ΗΠΑ πέρυσι.
Αυτό μας φέρνει πίσω στην απειλή του Τραμπ ότι “είναι έτοιμος για δράση”. Το Ιράν και η Βενεζουέλα αποτελούν από καιρό παραδείγματα για τον ισχυρισμό ότι, ανεξάρτητα από το πόσο αντιδημοφιλή είναι, τα αυταρχικά καθεστώτα πέφτουν μόνο όταν οι εγχώριες υπηρεσίες ασφαλείας δεν είναι διατεθειμένες να σκοτώσουν για να τα διατηρήσουν στην εξουσία. Αυτό δεν έχει αλλάξει ακόμη για κανένα από τα δύο. Αλλά αν ο Χαμενεΐ πάρει στα σοβαρά τον Τραμπ, όπως θα έπρεπε, οι επιλογές του για καταστολή θα μπορούσαν να περιοριστούν αν οι διαμαρτυρίες συνεχιστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή αυξηθούν σε μέγεθος.
Αυτό καθιστά τις απειλές του Τραμπ για παρέμβαση λόγω των μαζικών δολοφονιών και τις προειδοποιήσεις του Ισραήλ για το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν καλές πολιτικές. Αλλά όταν πρόκειται για επανάληψη των αεροπορικών επιθέσεων του περασμένου έτους από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, τα πράγματα είναι λιγότερο σαφή. Το ερώτημα δεν είναι αν το Ιράν και η περιοχή θα ήταν καλύτερα χωρίς την Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά αν οι νέες αεροπορικές επιθέσεις θα προωθούσαν ή θα εμπόδιζαν αυτόν τον στόχο.
Υπάρχουν τουλάχιστον δύο λόγοι για αυτοσυγκράτηση. Ο πρώτος είναι ότι το καθεστώς απολάμβανε ένα φαινόμενο “συσπείρωσης γύρω από τη σημαία” για κάποιο διάστημα μετά τις αεροπορικές επιθέσεις του Ιουνίου, επειδή κανείς δεν θέλει να βομβαρδίζεται από μια ξένη δύναμη ή τις παράπλευρες απώλειες αμάχων που αυτό σχεδόν αναπόφευκτα συνεπάγεται. Οι ισλαμιστές ηγέτες του Ιράν υιοθέτησαν ακόμη και περσικά εθνικιστικά σύμβολα που προηγουμένως καταδίκαζαν ως ειδωλολατρικά, για να ενθαρρύνουν αυτή την έκρηξη πατριωτισμού. Μπορούμε να αναμένουμε ότι η επανάληψη των περσινών επιθέσεων θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Οι διαδηλωτές θα μπορούσαν κάλλιστα να επιστρέψουν στα σπίτια τους από φόβο μήπως θεωρηθούν συνεργοί του εχθρού.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι είναι απίθανο, ακόμη και αν μια δεύτερη επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ προκαλούσε την κατάρρευση του καθεστώτος, να ακολουθήσει μια σταθερή φιλοδυτική δημοκρατία. Το πίο πιθανό είναι η εξουσία να μεταβιβαστεί σε μια λιγότερο θρησκευτικά ένθερμη αλλά εξίσου εχθρική κυβέρνηση, υπό την ηγεσία των IRGC. Ακόμα χειρότερα, σε μια πολυεθνική αυτοκρατορία που προσποιείται ότι είναι ένα έθνος-κράτος, θα δημιουργηθεί ένα κενό εξουσίας που ενδέχεται να φέρει πιο κοντά τον κίνδυνο εμφυλίου πολέμου. Σκεφτείτε τη Συρία, αλλά σε μια χώρα με τριπλάσιο πληθυσμό.
Ο Ναπολέων είπε στους στρατηγούς του ότι δεν πρέπει ποτέ να παρεμβαίνουν όταν ο αντίπαλος κάνει λάθος. Ήταν καλή συμβουλή τότε, και ισχύει ακόμα και σήμερα.