Του Marc Champion
Για κάποιον που κατανοεί τη δύναμη της επιρροής, ο Ντόναλντ Τραμπ αργεί υπερβολικά να αναγνωρίσει την επιρροή που έχει αποκτήσει το Ιράν στο Στενό του Ορμούζ. Η απειλή του Αμερικανού προέδρου να το κλείσει ολοκληρωτικά, εμποδίζοντας και τις ιρανικές εξαγωγές που διέρχονται από αυτό, είναι πολύ πιο πιθανό να τον παρασύρει βαθύτερα σε έναν πολιτικά επιζήμιο πόλεμο παρά να αναγκάσει την Τεχεράνη σε συνθηκολόγηση.
Οι ενεργειακοί αποκλεισμοί είναι πράξεις πολέμου. Αν έχετε αμφιβολίες, θυμηθείτε το Περλ Χάρμπορ, το οποίο έλαβε χώρα περίπου έξι μήνες αφότου οι ΗΠΑ επέβαλαν πετρελαϊκό εμπάργκο στην Ιαπωνία. Χρειάζονται επίσης χρόνο για να αποδώσουν. Έτσι, η ήδη εύθραυστη εκεχειρία δύο εβδομάδων στον Κόλπο τώρα κινδυνεύει και το μόνο βέβαιο είναι ότι ο ίδιος ο αποκλεισμός αποτελεί μια αναμέτρηση που οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κερδίσουν.
Η διακοπή των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν και άλλων χωρών μέσω του Ορμούζ – μιας θαλάσσιας οδού από την οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου – έχει μια λογική. Η οικονομία του Ιράν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα του εμπορίου μέσω του περάσματος αυτού, και ήταν πάντα παράξενο το γεγονός ότι οι ΗΠΑ κατέληξαν να βρεθούν σε μια συνθήκη στην οποία επιτρεπόταν η διέλευση μόνο ιρανικού αργού και άλλων αγαθών. Θεωρητικά, ένας αποκλεισμός θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση στην Τεχεράνη, χωρίς να χρειαστεί μια σημαντική κλιμάκωση του πολέμου.
Αυτό όμως ισχύει μόνο αν πιστεύει κανείς ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν θα απαντήσει με επιθέσεις σε περισσότερες ενεργειακές εγκαταστάσεις στον Κόλπο και ότι θα υποκύψει στην πίεση, πριν από τον Τραμπ. Και τα δυο σενάρια φαίνονται τόσο απίθανα που είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι ελπίζει να κερδίσει ο Λευκός Οίκος με αυτή την προσπάθεια.
Ο Τραμπ μπήκε σε πόλεμο εν μέσω διαπραγματεύσεων που δεν κατάφεραν να επιβάλουν την παράδοση που ήθελε για να δικαιολογήσει την απόφασή του, κατά την πρώτη θητεία του στο Λευκό Οίκο, να αποχωρήσει από τις πυρηνικές συμφωνίες του 2015. Τα αμερικανικά αιτήματα προς το Ιράν να εγκαταλείψει κάθε εμπλουτισμό ουρανίου, να περιορίσει το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς και να εγκαταλείψει τους συμμάχους του – από τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου έως τους Χούθι της Υεμένης – που συνιστούν μέρος της αμυντικής στρατηγικής του, είχαν ως στόχο να στερήσουν από το καθεστώς της Τεχεράνης την ικανότητά του να αποσταθεροποιεί την περιοχή.
Από την πλευρά του Ιράν, όμως, αυτά τα όπλα ήταν και η προστασία του. Ήταν τα αποτρεπτικά μέσα που χρειαζόταν για να κρατήσει σε απόσταση τα αντίποινα των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Προφανώς, απέτυχαν. Ωστόσο, ο τρέχων πόλεμος έχει δώσει στην Ισλαμική Δημοκρατία ένα νέο και ισχυρότερο μέσο πίεσης: τη δύναμη να διαταράξει, ή ενδεχομένως ακόμη και να ελέγξει και να εκμεταλλευτεί οικονομικά, το σημαντικότερο ενεργειακό στρατηγικό πέρασμα στον κόσμο.
Οι πιθανότητες να εγκαταλείψει τώρα η Τεχεράνη και τα τέσσερα μέσα αποτροπής της σε αντάλλαγμα για την άρση των κυρώσεων, ή για οποιοδήποτε άλλο κίνητρο που ενδέχεται να προσφέρουν οι ΗΠΑ, είναι σχεδόν μηδαμινές. Ο Τραμπ δηλώνει ότι δεν τον ενδιαφέρει καθόλου αν οι Ιρανοί επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστηρίζει ότι μια απόρριψη της τελευταίας και οριστικής προσφοράς της Ουάσιγκτον θα βλάψει περισσότερο το Ιράν παρά τις ΗΠΑ.
Όλα αυτά, ειλικρινά, δεν βγάζουν κανένα νόημα και αποκαλύπτουν την αδυναμία του Τραμπ και των στενότερων συμβούλων του να συνειδητοποιήσουν ότι το να προκαλείς μεγαλύτερη ζημιά στον αντίπαλο δεν ισοδυναμεί αυτόματα με νίκη. Θα ήθελα να πιστεύω ότι η ασταθής φύση των δηλώσεών του εν μέσω πολέμου, που μερικές φορές είναι αντιφατικές ακόμη και μέσα στην ίδια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποτελεί μέρος ενός πανέξυπνου σχεδίου. Ωστόσο, δεν είναι παρά εκφράσεις της απογοήτευσής του για το γεγονός ότι η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν μεταφράζεται σε επιτυχία.
Ο Τραμπ λέει ότι κέρδισε τον πόλεμο, αλλά και ότι μπορεί να χρειαστεί να καταστρέψει έναν πολιτισμό αν δεν υποχωρήσει. Λέει ότι το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας έχει “εξαλειφθεί”, αλλά και ότι η άρνηση της Τεχεράνης να το εγκαταλείψει αποτελεί εμπόδιο για οποιαδήποτε συμφωνία. Ζητά από τους συμμάχους του ΝΑΤΟ να ανοίξουν το Ορμούζ με τη βία, ενώ το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ εμφανίζεται απρόθυμο να το πράξει. Τώρα θέλει να κλείσει τα Στενά, ώστε το Ιράν να τα ανοίξει. Πρόκειται για έναν άνθρωπο σε άρνηση.
Οι πόλεμοι έχουν την τάση να ανατρέπουν σχέδια και να ξεφεύγουν από τον έλεγχο των εμπλεκομένων, και αυτός δεν αποτελεί εξαίρεση. Παραμένει πιθανό το ιρανικό καθεστώς να καταρρεύσει υπό την πίεση, αν και δεν υπάρχει ακόμη καμία τέτοια ένδειξη. Και όσο ισχύει αυτό, ο πρόεδρος θα πρέπει κάποια στιγμή να αναγνωρίσει μερικές σκληρές αλήθειες: Δεν έχει κερδίσει ακόμα, δεν έχει σαφή στρατιωτική στρατηγική για να το πετύχει και ούτε ο ίδιος, ούτε η παγκόσμια οικονομία, μπορούν να αντέξουν ένα κλειστό Ορμούζ.
Μην έχετε καμία αμφιβολία, το ιρανικό καθεστώς δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Το μόνο ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς μπορεί αυτό να επιτευχθεί ρεαλιστικά. Οι ηγέτες του είναι επίσης σε πιο αδύναμη θέση από ό,τι θέλουν να δείξουν με τις δηλώσεις τους περί νίκης. Η κατάσταση θα δυσκολέψει μόλις σταματήσουν οι μάχες και θα πρέπει να βρουν τα χρήματα και τη λαϊκή συναίνεση για την παραμονή τους στην εξουσία – που τους έλειπαν ακόμη και πριν από την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου.
Προς το παρόν, η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι ότι το καθεστώς έχει “το πάνω χέρι”, όπως το έθεσε τον περασμένο μήνα ο πρώην επικεφαλής της βρετανικής MI6, Άλεξ Γιάνγκερ. Όχι επειδή είναι ισχυρότερο από τους αντιπάλους του, αλλά επειδή γνωρίζει ότι μπορεί να μπλοκάρει το Ορμούζ και είναι πιο πρόθυμο να επιβάλει τον οικονομικό πόνο που θα προκύψει στον ίδιο του τον λαό από ό,τι ο Τραμπ ή άλλες χώρες σε όλο τον κόσμο.
Η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να αναγνωρίσει ότι δεν μπορεί να ελπίζει σε μια γρήγορη νίκη υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και αν αποκλείσει όλο το ιρανικό εμπόριο μέσω του Ορμούζ. Μπορεί να το κάνει αν θέλει να κλιμακώσει έναν πόλεμο χωρίς σαφή προοπτική επιτυχίας και με τεράστιο κόστος για τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο. Ή ο Τραμπ μπορεί να αποδεχτεί ότι θα πρέπει, τουλάχιστον προσωρινά, να εγκαταλείψει τα τελεσίγραφά του και να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις με ένα πιο ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα, με την εκεχειρία σε ισχύ και το Ορμούζ ανοιχτό.
Οι Ιρανοί διαπραγματευτές έχουν καταστήσει σαφές ότι είναι έτοιμοι να επιστρέψουν στη διπλωματία, και οι αγορές εμπορευμάτων και μετοχών φαίνεται, κρίνοντας από την ακόμα σχετικά αισιόδοξη αντίδρασή τους, να πιστεύουν ότι αυτό πρέπει να συμβεί. Ο Τραμπ θα το μετανιώσει αν συνεχίσει να δοκιμάζει αυτή την πίστη για πολύ καιρό ακόμα.