Του Javier Blas
Όταν η Διώρυγα του Σουέζ έκλεισε το 1967 μετά το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, 15 πλοία παγιδεύτηκαν μέσα στη θαλάσσια δίοδο. Έριξαν άγκυρα περιμένοντας να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Η σύγκρουση τελείωσε γρήγορα. Εύστοχα, ονομάστηκε “Πόλεμος των Έξι Ημερών”, όμως η διώρυγα παρέμεινε κλειστή για οκτώ χρόνια. Όταν τελικά επετράπη στα πλοία να αποπλεύσουν, το 1975, μόνο δύο ήταν ακόμα αξιόπλοα. Τα υπόλοιπα είχαν σκουριάσει τόσο πολύ που έμειναν στην ιστορία ως ο Κίτρινος Στόλος.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά κάνει ομοιοκαταληξία. Τι θα γινόταν, λοιπόν, αν συνέβαινε κάτι παρόμοιο στα Στενά του Ορμούζ; Είναι ένας εφιάλτης που ελάχιστοι θέλουν να σκέφτονται, και σίγουρα δεν αποτελεί το δικό μου βασικό σενάριο. Όμως, σχεδόν 90 ημέρες αφότου ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν έκλεισε ουσιαστικά τη θαλάσσια οδό πετρελαίου και φυσικού αερίου, αξίζει να εξετάσουμε αυτό που φαντάζει αδιανόητο, αλλά έχει συμβεί αλλού. Ας το ονομάσουμε ιστορική επιστημονική φαντασία.
Ίσως βέβαια να μη φτάσουμε εκεί. Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη συνομιλούν, μέσω Πακιστανών μεσολαβητών, για τον τερματισμό της σύγκρουσης και το άνοιγμα του Ορμούζ. Τι γίνεται όμως αν μια συμφωνία περιοριστεί αρχικά σε ένα μονοσέλιδο, απλό μνημόνιο κατανόησης (MoU); Θα αρκούσε αυτό για να καθαρίσουν πλήρως τα στενά;
Είναι ενδεικτικό ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν επιταχύνει τα σχέδια για έναν δεύτερο αγωγό που θα παρακάμπτει τα στενά, τον οποίο ελπίζουν να θέσουν σε λειτουργία το 2027. Αυτός είναι ένας συνετός σχεδιασμός για το “χειρότερο δυνατό σενάριο” – και ένα ισχυρό σήμα ότι το Αμπού Ντάμπι θεωρεί πως η θαλάσσια δίοδος θα μπορούσε να παραμείνει σε καθεστώς κινδύνου για πολύ μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι πιστεύουν πολλοί άλλοι.

Η κοινή πεποίθηση του κλάδου για το άνοιγμα είναι λιγότερο αποκαλυπτική. Ρωτώντας τις επαφές μου στον κόσμο των commodities και των χρηματοοικονομικών, οι περισσότεροι φαίνεται να πιστεύουν ότι το Ορμούζ θα ανοίξει ξανά τον επόμενο μήνα, ή στη χειρότερη περίπτωση τον Ιούλιο. Γιατί; Κυρίως επειδή οι συνέπειες του αντίθετου σεναρίου -πολύ υψηλότερες τιμές ενέργειας και σοβαρή οικονομική ζημιά- είναι πολύ οδυνηρές για να τις αναλογιστεί κανείς. Τη δεκαετία του 1980, ο Αμερικανός οικονομολόγος Χέρμπερτ Στάιν είχε κάνει μια διάσημη διαπίστωση: “Αν κάτι δεν μπορεί να συνεχίζεται για πάντα, θα σταματήσει”. Σήμερα, η Wall Street βασίζεται σε μια παραλλαγή του Νόμου του Στάιν: “Τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορούν να μείνουν κλειστά για πάντα, επειδή θα προκαλέσουν υπερβολική οικονομική ζημιά. Επομένως, θα ξανανοίξουν”.
Το πρόβλημα είναι ότι το κλείσιμο δεν έχει προκαλέσει ακόμα αρκετή οικονομική ζημιά σε καμία από τις δύο πλευρές ώστε να τις αναγκάσει σε συμβιβασμό. Για τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο πόλεμος είναι σχετικά φθηνός μέχρι στιγμής, τουλάχιστον όσον αφορά αυτό που τον νοιάζει περισσότερο: τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο δείκτης S&P 500 κινείται κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, σημειώνοντας άνοδο σχεδόν 10% από την έναρξη του πολέμου. Οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί, αλλά παραμένουν κάτω από το ιστορικό υψηλό του 2022. Και η αμερικανική οικονομία τρέχει, με την εκτίμηση για την ανάπτυξη του δεύτερου τριμήνου να ξεπερνά αυτή τη στιγμή το 4%.
Αντίστοιχα, το Ιράν δεν έχει υποστεί ακόμα την οικονομική κατάρρευση που θα ανάγκαζε τους σκληροπυρηνικούς ηγέτες του να υποχωρήσουν από τις κόκκινες γραμμές τους στις διαπραγματεύσεις. Η ανεργία αυξάνεται, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα καλπάζει και το νόμισμα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Αδυνατώντας να πραγματοποιήσει εξαγωγές λόγω του ναυτικού αποκλεισμού από τις ΗΠΑ, το καθεστώς έχει αρχίσει να μειώνει την παραγωγή πετρελαίου. Ωστόσο, η Ισλαμική Δημοκρατία έχει αποδείξει πολλές φορές στο παρελθόν την τεράστια ικανότητά της να αντέχει τον πόνο, πόσο μάλλον όταν η απειλή είναι υπαρξιακή.
Με τις δύο πλευρές οχυρωμένες στις θέσεις τους, η καλύτερη ελπίδα είναι να προκύψει οποιοδήποτε είδος συμφωνίας, όσο ατελής κι αν είναι. Αν όχι, επιστρέφουμε στο “περίμενε”, μέχρι το οικονομικό κόστος να γίνει αβάσταχτο. Την Παρασκευή, ανώτερος διπλωμάτης των ΗΑΕ προσδιόρισε τις πιθανότητες για μια άμεση συμφωνία στο “50-50”. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε ότι υπάρχει “μικρή πρόοδος” στις συνομιλίες: “Δεν θέλω να υπερβάλλω, αλλά υπήρξε μια μικρή κινητικότητα, και αυτό είναι καλό”. Την ίδια ώρα, Πακιστανοί μεσολαβητές πραγματοποιούν διπλωματικό μαραθώνιο μεταξύ Ισλαμαμπάντ και Τεχεράνης.
Αν οι Αμερικανοί διαπραγματευτές θέλουν ένα επιπλέον κίνητρο για να βιαστούν, δεν έχουν παρά να κοιτάξουν το παράδειγμα της Διώρυγας του Σουέζ από το 1967 έως το 1975. Φυσικά, το Ορμούζ δεν είναι Σουέζ. Η διώρυγα μπορεί να παρακαμφθεί με ευκολία. Αποτελεί όμως ένα ζωντανό παράδειγμα του πόσο πολύ μπορεί να τραβήξει σε διάρκεια ένας αποκλεισμός.
Από τις πρώτες μέρες αυτού του πολέμου, υποστήριζα ότι το κλείσιμο του Ορμούζ δεν αποτελούσε ακόμα ενεργειακή κρίση, επειδή ήταν βραχύβιο. Η αγορά διέθετε τεράστια “μαξιλάρια” για να απορροφήσει μια διαταραχή, όσο μεγάλη κι αν ήταν, για ένα διάστημα. Με κάθε μέρα που περνάει, όμως, η παγκόσμια δεξαμενή αδειάζει.
Μέχρι τώρα, η ενεργειακή βιομηχανία έχει καταφέρει να διαχειριστεί την εξαφάνιση περίπου 20 εκατομμυρίων βαρελιών που περνούσαν από το Ορμούζ. Ευτυχώς, η αγορά είχε πλεόνασμα προσφοράς μπαίνοντας στον πόλεμο. Το Ριάντ και τα ΗΑΕ κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν τους παρακαμπτήριους αγωγούς για να διατηρήσουν κάποια ροή πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο. Τα πλούσια έθνη χρησιμοποίησαν τα στρατηγικά τους αποθέματα πετρελαίου και οι ΗΠΑ εξήγαγαν μέρος των δικών τους αποθεμάτων στο εξωτερικό. Η Κίνα, εν τω μεταξύ, κατάφερε με κάποιο τρόπο να μειώσει μαζικά τις εισαγωγές πετρελαίου της. Και τέλος, η ζήτηση συρρικνώθηκε καθώς οι τιμές κινήθηκαν πέρα από τις δυνατότητες των φτωχότερων κρατών.

Αν το στενό παραμείνει κλειστό για πολύ περισσότερο χρόνο, θα χρειαστούμε πολύ μεγαλύτερη “καταστροφή της ζήτησης” (demand destruction) — ένα σενάριο όπου οι πολιτικοί θα χρησιμοποιήσουν εργαλεία έκτακτης ανάγκης για να περιορίσουν τη χρήση ενέργειας ή οι υψηλές τιμές θα αναγκάσουν τους καταναλωτές να σταματήσουν να αγοράζουν (ένα σοβαρό οικονομικό πλήγμα). Άλλα αναχώματα, συμπεριλαμβανομένων των στρατηγικών αποθεμάτων και των εμπορικών αποθεμάτων, θα εξαντληθούν, αν και τα πλούσια έθνη διατηρούν αρκετό αργό για τουλάχιστον μία ακόμη μεγάλη αποδέσμευση.
Χωρίς άνοιγμα, οι τιμές προφανώς θα έπρεπε να εκτοξευθούν πολύ υψηλότερα. Οι προβλέψεις των traders στις αρχές του πολέμου για πετρέλαιο στα 200 δολάρια αποδείχθηκαν λανθασμένες. Τι θα γινόταν όμως αν το Ορμούζ παρέμενε κλειστό μέχρι τα τέλη του 2026 ή μέσα στο 2027; Ή αν το στενό άνοιγε μόνο μερικώς, με το Ιράν να εξακολουθεί να ασκεί σημαντικό έλεγχο στη χρήση του; Δεν βλέπω πώς οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να παραμείνουν στα τρέχοντα επίπεδα σε μια τέτοια περίπτωση. Κι όμως, η αγορά παρέμεινε πιο ψύχραιμη ακόμα και από τις δικές μου ψύχραιμες αρχικές εκτιμήσεις.
Εναλλακτικά, οποιαδήποτε πλευρά μπορεί να επιστρέψει στον πόλεμο για να σπάσει το αδιέξοδο. Όμως καμία δεν φαίνεται να έχει τη διάθεση να το κάνει. Το Ιράν πιθανώς υπολογίζει ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από μια Ουάσιγκτον που δέχεται πιέσεις από τους συμμάχους της να αποφύγει περαιτέρω εχθροπραξίες. Από την άλλη, ο Τραμπ δεν νιώθει αρκετή οικονομική δυσφορία ώστε να παραδεχτεί την ήττα του. Αυτό το αδιέξοδο είναι ο λόγος για τον οποίο το κλείσιμο θα μπορούσε να συνεχιστεί.
Θα μπορούσε ο κόσμος να ζήσει για πάντα χωρίς το 10%-15% περίπου της προσφοράς πετρελαίου που αντιπροσωπεύει το Ορμούζ; Ναι, αλλά με τεράστιο κόστος. Μια μόνιμη περικοπή της κατανάλωσης σε τέτοιο βαθμό θα σήμαινε κατά πάσα πιθανότητα παγκόσμια ύφεση, όπως συνέβη με τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979. Θα κατασκευαστούν νέοι αγωγοί παράκαμψης και η παραγωγή εκτός Μέσης Ανατολής θα αυξηθεί. Αυτό όμως απαιτεί χρόνια. Μέχρι το 2027, τα ΗΑΕ πιθανότατα θα διπλασιάσουν την εξαγωγική τους ικανότητα αποφεύγοντας το στενό. Οι Σαουδάραβες θα χρειάζονταν προφανώς περισσότερο χρόνο για να το κάνουν. Για το Κουβέιτ και το Ιράκ θα απαιτούνταν ακόμη περισσότερος χρόνος. Το Κατάρ δεν έχει κανέναν ρεαλιστικό τρόπο να εξάγει υγροποιημένο φυσικό αέριο εκτός από το στενό.
Το μακροχρόνιο κλείσιμο του Ορμούζ είναι τόσο οικονομικά καταστροφικό ακόμα και ως σκέψη, που σχεδόν κανείς δεν τολμά να το εξετάσει. Σε τελική ανάλυση, μια πρόχειρη, συμβιβαστική βραχυπρόθεσμη συμφωνία με την οποία θα μπορούν όλοι να συμβιβαστούν, είναι το πιο πιθανό σενάριο. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα περιφερειακά προηγούμενα, είναι θεμιτό να αναλογιζόμαστε τραυματικά σενάρια τύπου “τι θα γινόταν αν”. Δεν είναι καθόλου ευχάριστα.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου