«Παρκαρισμένη» περισσευούμενη ρευστότητα στην ΕΚΤ, ύψους €12,3 δισ., έχουν η Τράπεζα Κύπρου και η Ελληνική, οι οποίες επωφελούνται από τον τόκο που λαμβάνουν σε μια περίοδο ψηλών επιτοκίων, με αποτέλεσμα περιορισμένα ποσά από τη ρευστότητα να διοχετεύονται ως δάνεια στην πραγματική οικονομία.
Η αύξηση του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων (deposit facility) στο 4% μετά την αυστηρή νομισματική πολιτική που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δίνει σημαντικά κέρδη στις τράπεζες, ενώ δυο χρόνια πριν, το επιτόκιο είχε αρνητικό πρόσημο στο -0,50%, δηλαδή επί της ουσίας οι τράπεζες πλήρωναν την ΕΚΤ για να διατηρούν εκεί τη ρευστότητα που είχαν μέσω των καταθέσεων από επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Την ίδια ώρα, τα επιτόκια καταθέσεων που δίνουν στους πελάτες τους είναι πολύ μικρότερα από το 4%, με αποτέλεσμα η κερδοφορία στους ισολογισμούς τους να αυξάνεται.
Η αξιοποίηση της πλεονάζουσας ρευστότητας αποτελεί μια από τις μεγάλες προκλήσεις για το τραπεζικό σύστημα, παρά τα αυξημένα έσοδα που έχουν οι τράπεζες λόγω της ανόδου του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων από την ΕΚΤ. Κατά μέσο όρο, τα νέα δάνεια που παραχωρούνται ετησίως στην Κύπρο είναι περίπου € 3 δισ., ποσό το οποίο δεν θεωρείται αρκετό να απορροφήσει την πλεονάζουσα ρευστότητα που υπάρχει στο τραπεζικό σύστημα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο «Φ» από τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου 2024, η Τράπεζα Κύπρου διαθέτει υψηλή ρευστότητα στον ισολογισμό, με €7.2 δισ. τοποθετημένα στην ΕΚΤ. Στις 31 Μαρτίου 2024, ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας του συγκροτήματος (ΔΚΡ) ανήλθε σε 315% (σε σύγκριση με 359% στις 31 Δεκεμβρίου 2023), πολύ πιο πάνω από τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις ύψους 100%. Το πλεόνασμα ρευστότητας στον ΔΚΡ στις 31 Μαρτίου 2024 ανήλθε σε €7.3 δισ. (σε σύγκριση με €9.1 δισ. στις 31 Δεκεμβρίου 2023).
Η μείωση στο πλεόνασμα ρευστότητας κατά το α’ τρίμηνο 2024 οφείλεται στην πληρωμή ποσού ύψους €1.7 δισ. από την έβδομη πράξη ΣΠΠΜΑ ΙΙΙ τον Μάρτιο 2024. Οι ΣΠΠΜΑ είναι στοχευμένες πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης.
Η ΕΚΤ παρέχει στις τράπεζες πιο μακροπρόθεσμα δάνεια, με ευνοϊκό κόστος και τις ενθαρρύνει να χορηγούν με τη σειρά τους δάνεια στις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές στη ζώνη του ευρώ. Έτσι, το κόστος δανεισμού διατηρείται χαμηλό και στηρίζονται οι δαπάνες και οι επενδύσεις. Τα δάνεια αυτά, των οποίων η πρόωρη αποπληρωμή ξεκίνησε στο δ΄ τρίμηνο του 2022, έπειτα από σχετική σύσταση της ΕΚΤ, λήγουν το 2024.
Ο νέος δανεισμός που δόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου το πρώτο τρίμηνο του 2024 ανήλθε σε €676 εκατ. (σε σύγκριση με τον νέο δανεισμό που ανήλθε σε €462 εκατ. για το δ’ τρίμηνο 2023 και €624 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2023), αυξημένος κατά 46% σε τριμηνιαία βάση και 8% σε ετήσια βάση. Η τράπεζα δεν έχει ανακοινώσει τον στόχο δανεισμού για το 2024.
5,1 δισ. από την Ελληνική
Η Ελληνική Τράπεζα διαθέτει €5,1 δισ. τοποθετημένα στην ΕΚΤ, κάτι που της επιτρέπει να επωφεληθεί από τις αυξήσεις των επιτοκίων, όπως σημειώνει. Στην ανακοίνωση αποτελεσμάτων αναφέρεται ότι ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας του ομίλου στις 31 Μαρτίου 2024 ανήλθε στο 580%, σε σύγκριση με 542% στις 31 Δεκεμβρίου 2023, που είναι πάνω από το ελάχιστο εποπτικό όριο του 100%.
Στις 31 Μαρτίου 2024 το πλεόνασμα ρευστότητας του δείκτη ανήλθε σε €7,2 δισ., σε σύγκριση με €7,4 δισ. στις 31 Δεκεμβρίου 2023. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας στις Μαρτίου 2024, αναπροσαρμοσμένος για την πλήρη αποπληρωμή των TLTRO, μειώνεται στο 553% περίπου.
Η Ελληνική το πρώτο τρίμηνο του 2024 έδωσε νέα δάνεια €208 εκατ. και ο αναθεωρημένος μεσοπρόθεσμος αναθεωρημένος στόχος προβλέπει δανεισμό €1,2 δισ., όσο ήταν και ο προηγούμενος στόχος παραμένοντας ο δανεισμός στα ίδια επίπεδα με το 2023.