Παρά τις φιλόδοξες πολιτικές δεσμεύσεις, η αύξηση των ροών αμερικανικού LNG προς την Ευρώπη αποδεικνύεται πιο περίπλοκη διαδικασία από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί. Η συμφωνία δασμών μεταξύ της Ευρωπαϊκή Ένωση και των Ηνωμένες Πολιτείες προέβλεπε ενίσχυση των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου έως και τα 200 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως, στόχος που σήμερα θεωρείται δύσκολα επιτεύξιμος υπό τις παρούσες συνθήκες της αγοράς.
Το 2025 οι εισαγωγές αμερικανικού LNG στην Ευρώπη κατέγραψαν ιστορικά υψηλά επίπεδα, κινούμενες μεταξύ 83 και 89 δισ. κυβικών μέτρων (bcm), σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, σημειώνοντας ετήσια αύξηση σχεδόν 60%. Για το 2026, αναλυτές εκτιμούν ότι η ευρωπαϊκή ζήτηση LNG θα μπορούσε να αυξηθεί έως και 15 bcm, με το μεγαλύτερο μέρος να καλύπτεται εκ νέου από τις ΗΠΑ, ιδίως μετά τις αποφάσεις της ΕΕ για σταδιακή απαγόρευση του ρωσικού LNG.
Ωστόσο, η περαιτέρω άνοδος δεν θεωρείται δεδομένη. Καθυστερήσεις στην ανάπτυξη νέων τερματικών υγροποίησης στις ΗΠΑ περιορίζουν τη βραχυπρόθεσμη δυνατότητα αύξησης των εξαγωγών, ενώ η αναθέρμανση της ζήτησης στην Ασία εντείνει τον ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα φορτία LNG.
Καθοριστικός παράγοντας παραμένει και η κατάσταση των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου. Τα επίπεδα πλήρωσης κινούνται γύρω στο 57%, σημαντικά χαμηλότερα από το 69% της αντίστοιχης περσινής περιόδου. Η Βορειοδυτική Ευρώπη αναμένεται να εξέλθει από τον χειμώνα με μειωμένα αποθέματα, γεγονός που ενισχύει τη ζήτηση για εισαγωγές LNG κατά την περίοδο επαναπλήρωσης.
Οι τιμές αναφοράς στο ολλανδικό TTF εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε επίπεδα που διατηρούν τα ευέλικτα φορτία LNG στον Ατλαντικό, ευνοώντας την Ευρώπη έναντι της Ασίας. Αυτό προσφέρει ένα σχετικό «μαξιλάρι» ενεργειακής ασφάλειας ενόψει του επόμενου χειμώνα, χωρίς όμως να εξαλείφει τις αβεβαιότητες.
Ο κάθετος διάδρομος και τα ρυθμιστικά εμπόδια
Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τα προβλήματα είναι περισσότερο δομικά. Ο λεγόμενος κάθετος διάδρομος φυσικού αερίου, μέσω του οποίου η Ελλάδα φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως νότια πύλη μεταφοράς αμερικανικού LNG προς τα Βαλκάνια και έως την Ουκρανία, προσκρούει σε ρυθμιστικά και γραφειοκρατικά εμπόδια.
Η έλλειψη εναρμονισμένων κανόνων, οι καθυστερήσεις στις διασυνοριακές δημοπρασίες δυναμικότητας και οι διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις στην τιμολόγηση περιορίζουν την πρακτική αξιοποίηση των υποδομών. Έτσι, ενώ η φυσική δυνατότητα μεταφοράς υπάρχει, οι πραγματικές ροές υπολείπονται αισθητά των αρχικών προσδοκιών.
Πέρα από τις αγορές και τις υποδομές, η γεωπολιτική παραμένει ο μεγάλος άγνωστος του 2026. Οι εντάσεις στις ευρωατλαντικές σχέσεις, με αφορμή ζητήματα όπως η Γροιλανδία, έχουν ήδη πυροδοτήσει συζητήσεις εντός της ΕΕ για το κατά πόσο μπορεί να παγώσει ή να επανεξεταστεί η ευρύτερη εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, η οποία προβλέπει αγορές αμερικανικής ενέργειας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Σε ένα ακραίο σενάριο, η Ευρώπη θα μπορούσε να βρεθεί παγιδευμένη ανάμεσα στην ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας και σε πολιτικές πιέσεις, αναγκαζόμενη να συνεχίσει να προμηθεύεται LNG τόσο από τις ΗΠΑ όσο και –άμεσα ή έμμεσα– από τη Ρωσία, παρά τις επίσημες δεσμεύσεις.
Συμπερασματικά, το αμερικανικό LNG θα παραμείνει βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας και το 2026, με περιθώρια περαιτέρω αύξησης. Ωστόσο, οι αρχικές προσδοκίες για θεαματική άνοδο των ροών σκοντάφτουν σε τεχνικούς περιορισμούς, ρυθμιστικά εμπόδια και γεωπολιτικές αβεβαιότητες. Για χώρες όπως η Ελλάδα, το κρίσιμο στοίχημα δεν είναι μόνο οι εισαγωγές LNG, αλλά η άρση των εμποδίων που θα της επιτρέψουν να εξελιχθεί σε πραγματικό ενεργειακό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.