Η κινεζική πλατφόρμα fast fashion Shein προχωρά στο άνοιγμα φυσικών καταστημάτων σε πέντε γαλλικές πόλεις στις 25 Φεβρουαρίου, στο πλαίσιο συνεργασίας με τη γαλλική αλυσίδα πολυκαταστημάτων BHV και την ιδιοκτήτριά της Societe des Grands Magasins.
Σύμφωνα με κοινή ανακοίνωση, καταστήματα της Shein θα λειτουργήσουν σε Ντιζόν, Γκρενόμπλ, Λιμόζ, Ρενς και Ανζέ, ενισχύοντας τη φυσική παρουσία της εταιρείας στη γαλλική αγορά.
Η επέκταση ακολουθεί το άνοιγμα, τον Νοέμβριο, του πρώτου μόνιμου φυσικού καταστήματος Shein παγκοσμίως στο κεντρικό πολυκατάστημα BHV στο Μαρέ, στην καρδιά του Παρίσι. Η κίνηση είχε χαρακτηριστεί τολμηρή, καθώς οι ιδιαίτερα χαμηλές τιμές της εταιρείας βρίσκονται στο επίκεντρο έντονης κριτικής από Γάλλους εμπόρους και πολιτικούς, οι οποίοι εκφράζουν ανησυχίες για τον αντίκτυπο στον εγχώριο κλάδο λιανικής και στην εικόνα πολυτελείας του BHV.
Αρχικά, η SGM είχε ανακοινώσει ότι τα νέα καταστήματα θα άνοιγαν τον Δεκέμβριο. Ωστόσο, στα μέσα Νοεμβρίου η εταιρεία ανέβαλε τα εγκαίνια, μετά τον σάλο που προκλήθηκε όταν αποκαλύφθηκε ότι στην πλατφόρμα της Shein πωλούνταν προϊόντα όπως κούκλες του σεξ που έμοιαζαν με παιδιά και όπλα.
Ο συνιδρυτής της SGM, Φρεντερίκ Μερλέν, είχε δηλώσει τότε ότι απαιτείται «προσαρμογή της γκάμας προϊόντων» και της «πολιτικής τιμολόγησης» ώστε να αποφευχθεί η «απογοήτευση των πελατών», λίγες ημέρες μετά τα εγκαίνια του καταστήματος στο Παρίσι.
Έκτοτε, οι γαλλικές αρχές έχουν λάβει μέτρα κατά της πλατφόρμας, η οποία ιδρύθηκε στην Κίνα το 2012 και σήμερα εδρεύει στη Σιγκαπούρη. Η κυβέρνηση ζήτησε από τα δικαστήρια να μπλοκάρουν την ενότητα marketplace, που φιλοξενεί τρίτους πωλητές, με απόφαση να αναμένεται στις 19 Μαρτίου, καθώς δεν κατέστη δυνατή η πλήρης απαγόρευση του ιστότοπου.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα έρευνα σε βάρος της Shein σχετικά με τις επίμαχες πωλήσεις, εξετάζοντας πιθανές παραβιάσεις των ευρωπαϊκών κανόνων, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε σημαντικά πρόστιμα.
Η επέκταση της Shein στη φυσική λιανική στη Γαλλία πραγματοποιείται, έτσι, σε ένα περιβάλλον ρυθμιστικής πίεσης και πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς η εταιρεία επιχειρεί να ενισχύσει την παρουσία της στην ευρωπαϊκή αγορά.