Παράγοντες του τραπεζικού τομέα εντείνουν τις προσπάθειές τους τις τελευταίες μέρες για να επισημάνουν τον αρνητικό αντίκτυπο που εκτιμούν ότι θα έχει για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και συνολικά για την οικονομία της Κύπρου οποιαδήποτε νέα φορολόγηση των τραπεζικών κερδών.
Όπως αναφέρουν ανώτατα στελέχη του χρηματοπιστωτικού κλάδου, με αφορμή σχετική πρόταση νόμου που κατατέθηκε και συζητείται στη Βουλή, ένα τέτοιο ενδεχόμενο υπονομεύει την αναγκαία ευρωστία του τραπεζικού περιβάλλοντος, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι οι τράπεζες ήδη καταβάλλουν σημαντική φορολογία επί των κερδών τους.
Ειδικότερα, υπενθυμίζουν ότι μια τέτοια εξέλιξη αντίκειται στις συστάσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως βασικού γνωμοδοτικού οργάνου στην Ευρωζώνη, η οποία έχει εκφραστεί αρνητικά σε ανάλογες προθέσεις κρατών-μελών. Παράλληλα, όπως επισημαίνουν, οι κυπριακές τράπεζες, ακόμη και σε περιόδους υψηλής αστάθειας, οπότε κατέγραφαν ισχνή κερδοφορία, δεν έπαψαν να καταβάλλουν φορολογία επί των κερδών τους, καθώς και τον ειδικό φόρο επί των καταθέσεών τους. Συνολικά, εκτιμάται ότι τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν καταβληθεί προς το κράτος πέραν των €500 εκατ. ευρώ μέσω του ειδικού φόρου.
Όπως σημειώνεται, την ίδια περίοδο της οικονομικής αστάθειας, οι μέτοχοι συνεισέφεραν στην κεφαλαιακή ενίσχυση των κυπριακών τραπεζών με δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να έχουν λάβει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε μέρισμα ως απόδοση για την επένδυσή τους.
«Είναι θεσμικά άδικο μετά από χρόνια ζημιών και τεράστιων προσπαθειών για την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών να ναρκοθετείται το θετικό αποτέλεσμα, το οποίο προκύπτει από μια δεκαετία μετά την κρίση του 2013», αναφέρουν τα συγκεκριμένα στελέχη αναφορικά με το ενδεχόμενο επιβολής νέας φορολογίας στα τραπεζικά κέρδη.
Ακόμα, σημαντική παράμετρος που αναδεικνύεται από όλους τους γνωμοδοτικούς φορείς είναι ότι η σταθερότητα του νομικού και φορολογικού πλαισίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της Κύπρου ως διεθνούς επενδυτικού προορισμού.
Η αστάθεια που επικρατεί στην Κύπρο σε σχέση με αυτό το πλαίσιο και η επιβολή νέων φορολογικών υποχρεώσεων επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις σε αυτήν την κατεύθυνση, δημιουργώντας ένα επισφαλές επενδυτικό περιβάλλον και αποθαρρύνοντας την εισροή επενδύσεων από ιδιωτικά κεφάλαια διεθνούς εμβέλειας. Αντίθετα, η διασφάλιση ενός σταθερού και αποτελεσματικού πλαισίου, με αμεσότητα στην απονομή δικαιοσύνης, θα απελευθερώσει αναπτυξιακές προοπτικές, που είναι κρίσιμες για τη χώρα.
Οι γεωπολιτικές προκλήσεις
Μία ακόμη διάσταση την οποία υπογραμμίζουν έμπειρα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι οι μεγάλες γεωπολιτικές προκλήσεις, που επηρεάζουν την οικονομία και τις προοπτικές της. Σε αυτό το περιβάλλον διεθνούς αστάθειας, οι τράπεζες καλούνται να «ενισχύσουν περαιτέρω την κεφαλαιακή τους βάση, δια μέσου της κερδοφορίας, ώστε να θωρακίσουν την ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος και να απορροφήσουν πιθανές μελλοντικές ζημιές», αναφέρουν. Όπως γίνεται αντιληπτό, μια νέα φορολόγηση των τραπεζικών κερδών κινείται αντίθετα από μια τέτοια κατεύθυνση.
Άλλωστε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ΕΚΤ ως θεματοφύλακας της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ευρωζώνη έχει πολύ πρόσφατα εκφραστεί αρνητικά απέναντι στις προθέσεις μεμονωμένων κρατών-μελών να επιβάλουν επιπρόσθετη φορολογία στις τράπεζες (windfall tax). Κι αυτό γιατί η ΕΚΤ θεωρεί ότι η κερδοφορία των τραπεζών διαδραματίζει κομβικό ρόλο στη φερεγγυότητα του τραπεζικού τομέα.
Συνολικά, όπως υποστηρίζουν αρμόδιοι παράγοντες του κλάδου, το προτεινόμενο νομοσχέδιο για εκ νέου φορολόγηση των τραπεζών δεν προκύπτει από τις πραγματικές ανάγκες της κυπριακής οικονομίας και στερείται επαρκούς ανάλυσης της λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
«Είναι ξεκάθαρο ότι αυτό που θα επιτύχει η εν λόγω πρόταση νόμου είναι απλά να επιβαρύνει τον τραπεζικό τομέα με μια επιπρόσθετη φορολογία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον ευρύτερο αρνητικό αντίκτυπο τόσο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και στην οικονομία γενικότερα», σημειώνει ο Σύνδεσμος Τραπεζών Κύπρου, σε τοποθέτησή του για τη νομοθετική πρόταση.
Τέλος, σημαντικά είναι τα ζητήματα που εγείρονται και σε συνταγματικό επίπεδο, καθώς αναλυτές επισημαίνουν ότι συντρέχει το πρόβλημα της αναδρομικότητας, με τη νομοθετική πρόταση να προβλέπει εφαρμογή του νόμου για το έτος που ήδη διανύεται.
Ακόμα, οι ίδιοι αναλυτές εκτιμούν ότι το προτεινόμενο νομοσχέδιο παραβιάζει την Αρχή της Ισότητας, εισάγοντας άνιση μεταχείριση μεταξύ τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων, καθώς και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, βάσει της οποίας η διαχείριση των οικονομικών του κράτους ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας και όχι του νομοθετικού σώματος.