Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕΚ ΠΕΟ (Ινστιτούτο Εργασίας Κύπρου), που δημοσιοποιήθηκε χθες, η άνοδος του πραγματικού μισθού στην Κύπρο κατά 13%, έναντι της μέσης τιμής των ετών 2006-2012, παρόλο που προστατεύει την αγοραστική δύναμη των μισθωτών και παρά τη βελτίωση του κατώτατου μισθού που προστατεύει τους χαμηλόμισθους, δεν αντισταθμίζει αλλά απλώς αναχαιτίζει την αναδιανομή του εισοδήματος που έχει πραγματοποιηθεί σε βάρος της μισθωτής εργασίας τα τελευταία χρόνια.
Στην έκθεση αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι στην αύξηση κατά 13% του μέσου πραγματικού μισθού έχει συμβάλλει και η ταχεία εισροή αλλοδαπών εργαζομένων υψηλής ειδίκευσης, των οποίων οι αμοιβές εργασίας είναι από υψηλές μέχρι πολύ υψηλές.
Προστίθεται ότι η Κύπρος είναι μία από τις τέσσερις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις οποίες το μερίδιο εργασίας είναι μικρότερο του 50% και «επομένως, οι σημαντικές αυξήσεις της αγοραστικής δύναμης των μισθών έχουν καταστεί επείγουσες και επίκαιρες πολύ περισσότερο επειδή η κυπριακή οικονομία παρουσιάζει υψηλές επιδόσεις σε σύγκριση με τις άλλες 26 χώρες της ΕΕ».
Σύμφωνα με την έκθεση, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους εργασίας μεταφέρθηκε μόνο κατά το ήμισυ στις τιμές (ευνοώντας την ανταγωνιστικότητα τιμής), ενώ «το υπόλοιπο ήμισυ χρησιμοποιήθηκε για να αυξήσουν οι επιχειρήσεις τα κέρδη τους».
Αναφέρεται επίσης ότι από την επεξεργασία των στατιστικών στοιχείων προκύπτει ότι ο κατώτατος μισθός που καταβάλλεται στην Κύπρο είναι θεαματικά μικρότερος από αυτόν που δικαιολογούν το ΑΕΠ ανά κάτοικο και το επίπεδο της παραγωγικότητας.
«Προκειμένου ο κατώτατος μισθός να αντιστοιχεί στο επίπεδο ανάπτυξης της χώρας, θα έπρεπε να αυξηθεί κατά 28% και στο επίπεδο της παραγωγικότητας κατά 26%», προστίθεται.
Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι ο πληθωρισμός προέρχεται από την επιδίωξη των επιχειρήσεων να επιτύχουν τα μέγιστα κέρδη ανεξάρτητα από τις μεταβολές των ονομαστικών μισθών. «Επομένως, ο ισχυρισμός ότι οι αυξήσεις των μισθών οδηγούν αυτομάτως σε πληθωρισμό, είναι λανθασμένος, διότι αγνοεί άλλους παράγοντες που εμπλέκονται στον σχηματισμό των τιμών, ιδιαίτερα τα περιθώρια κέρδους, τα οποία δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα και αδιαμφισβήτητα», προστίθεται από το ΙΝΕΚ ΠΕΟ.
Για το θέμα των μισθών, η γενική γραμματέας της ΠΕΟ Σωτηρούλα Χαραλάμπους υποστήριξε ότι η έκθεση του ΙΝΕΚ ΠΕΟ «απομυθοποιεί την επιλεκτική χρήση από τις εργοδοτικές οργανώσεις και την Κυβέρνηση στοιχείων όπως η αύξηση του μέσου όρου των μισθών» και «ανατρέπει το αφήγημα ότι οι αυξήσεις στους μισθούς αποβαίνουν σε βάρος των επενδύσεων και σε βάρος της οικονομίας», ενώ «καταγράφει τη σημαντική υστέρηση του κατώτατου μισθού».
«Οι αναβαθμίσεις της οικονομίας και η ισχυρή ανάπτυξη δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι αποτέλεσμα της υποτίμησης της εργασίας, αυτό δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα, αυτό δημιουργεί περιορισμό στις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας», πρόσθεσε.
Η ίδια ανέφερε χθες ότι «ναι μεν (οι αυξήσεις μισθών) έχουν συμβάλει στον σχηματισμό ενός επίπεδου αντίστασης στην αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της μισθωτής εργασίας, αλλά αυτό το αποτέλεσμα δεν αντισταθμίζει την αναδιανομή του εισοδήματος που έχει πραγματοποιηθεί σε βάρος της μισθωτής εργασίας που υπολογίζεται σε διαρθρωτική μετατόπιση από το μερίδιο της εργασίας στον επιχειρηματικό τομέα κατά 7,2 εκατοστιαίες μονάδες».
Αναφορικά με το συμπέρασμα της έκθεσης που αφορά το επίπεδο των μισθών, η κ. Χαραλάμπους είπε ότι οι μέσες απολαβές των διευθυντικών στελεχών, που σε ποσοστό αποτελούν το 4,5% του συνόλου των μισθωτών, αυξάνουν τις μέσες απολαβές του συνόλου των μισθωτών κατά 15%».
Η ΓΓ της ΠΕΟ είπε ότι συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι προκειμένου ο κατώτατος μισθός να αντιστοιχεί στο επίπεδο ανάπτυξης της χώρας και της παραγωγικότητας «θα πρέπει να τύχει σημαντικής αύξησης». Και αυτός είναι ο στόχος των συνδικαλιστικών οργανώσεων στον διάλογο που άρχισε για την αναθεώρηση του κατώτατου μισθού τον Δεκέμβριο.