Στον τομέα της ενέργειας επιδιώκει να επεκταθεί η Cyta, σύμφωνα με το νομοσχέδιο που τροποποιεί τον νόμο περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών και συζητήθηκε στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών. Με το νομοσχέδιο, η Cyta θα έχει τη δυνατότητα να ασκεί δραστηριότητες και να χρησιμοποιεί την περιουσία της σε εργασίες ή δραστηριότητες σε κλάδους τηλεπικοινωνιών, μέσων επικοινωνίας, τεχνολογίας πληροφοριών και άλλους παρεμφερείς κλάδους τεχνολογίας, καθώς και να επεκταθεί σε τομείς ενέργειας και παρεμφερείς κλάδους ενέργειας.
Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, η Κύπρος αντιμετωπίζει ένα από τα υψηλότερα κόστη ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, κυρίως λόγω της εξάρτησής της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρύνει τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και αυξάνοντας το κόστος διαβίωσης. Με το νομοσχέδιο, η Cyta θα έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο ως προμηθευτής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προσφέροντας οικονομικά προσιτές και βιώσιμες λύσεις στους Κύπριους καταναλωτές.
H πρόεδρος της Cyta, Μαρία Τσιάκκα, ανέφερε πως το νομοσχέδιο δεν αφορά μόνο την Cyta, αλλά το κόστος ζωής και την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Όπως είπε, η Αρχή θα συμβάλει στη μείωση του κόστους του ηλεκτρισμού που επιβαρύνει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την Τσιάκκα, η είσοδος του Οργανισμού στον τομέα της ενέργειας θα δώσει νέες επιλογές καθαρής και προσιτής ενέργειας και θα ενισχύσει την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ανέφερε, επίσης, πως η Cyta δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση αλλά ισονομία, τονίζοντας ότι «σήμερα ιδιωτικοί πάροχοι τηλεπικοινωνιών έχουν ήδη το δικαίωμα να εισέλθουν στην αγορά ενέργειας. Άλλοι δημόσιοι οργανισμοί έχουν το δικαίωμα να δραστηριοποιούνται σε περισσότερους από έναν τομείς, συμπεριλαμβανομένου και των τηλεπικοινωνιών». Όπως ανέφερε η Τσιάκκα, με την έγκριση του νομοσχεδίου θα ενισχυθεί ο ανταγωνισμός, θα ασκηθούν πιέσεις για μείωση των τιμών και θα ενισχυθεί η πράσινη μετάβαση της χώρας. Υπέδειξε πως η είσοδος του Οργανισμού στον τομέα της ενέργειας συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητά του ως οργανισμού δημοσίου οφέλους.
Ο πρόεδρος της ΑΗΚ, Γιώργος Πέτρου, ανέφερε πως η ΑΗΚ είναι ανοικτή σε συνεργασίες και αξιοποίηση συνεργειών, υπό την αίρεση ότι αυτές θα είναι υποστηρικτικές των στόχων της ΑΗΚ για προσφορά προς τους πελάτες της και για υποστήριξη της ενεργειακής μετάβασης. «Η θέση της ΑΗΚ είναι πως μόνο με τη συνεργασία ΑΗΚ και ΑΤΗΚ θα μπορεί να παρέχεται ηλεκτρική ενέργεια σε ανταγωνιστικές τιμές στο καταναλωτικό κοινό και στις επιχειρήσεις. Από τη μία, η ΑΗΚ θα προσφέρει την τεχνογνωσία της και, από την άλλη, η ΑΤΗΚ θα παρέχει την ευελιξία και την εμπειρία της στον χώρο του ανταγωνισμού», πρόσθεσε.
Μάλιστα, προειδοποίησε πως, εάν δεν επιτραπεί η συγκεκριμένη συνεργασία, οι δύο οργανισμοί θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους, με πιθανές συνέπειες για τους καταναλωτές.
Εκ μέρους του Υπουργείου Οικονομικών αναφέρθηκε πως, με το νομοσχέδιο, η Αρχή θα μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ως προμηθευτής ΑΠΕ, ώστε να μειωθεί το κόστος της ενέργειας και να εισέλθει στην ανταγωνιστική αγορά. Υπέρ της λειτουργίας της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού τάχθηκε και το Υπουργείο Ενέργειας, επισημαίνοντας πως το νομοσχέδιο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.
Ωστόσο, εκπρόσωπος του υπουργείου ανέφερε πως δεν υπήρξε δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο.