Όσο μεγαλύτερη αβεβαιότητα υπάρχει -προκαλώντας ανασφάλεια στα νοικοκυριά της Ευρωζώνης- τόσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη τους να βάζουν χρήματα στην άκρη ως αποταμίευση, αντί να δαπανούν απρόσκοπτα για κατανάλωση.
Κατά μέσο όρο, σε περιόδους με αβέβαιο πολιτικο-οικονομικό κλίμα τα νοικοκυριά δαπανούν περίπου 100 ευρώ λιγότερα ανά μήνα σε μη διαρκή αγαθά (τρόφιμα, ποτά, καύσιμα, είδη υγιεινής και εφημερίδες) και σχεδόν άλλα 100 ευρώ λιγότερα σε διαρκή αγαθά (αυτοκίνητα, έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές και ρούχα).
Μελέτη που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), με τίτλο «Κατανάλωση και αποταμίευση εν μέσω αβεβαιότητας» και δημοσιεύθηκε στο οικονομικό δελτίο (την υπογράφουν Μαρία Δήμου, Maarten Dossche, Teresa Hütten και Γκεόργκι Κοτσάρκοφ), δείχνει ότι οι αντιλήψεις των καταναλωτών για την οικονομική αβεβαιότητα διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς τους όσον αφορά τις δαπάνες και την αποταμίευση.
Αυτή είναι η γενική εκτίμηση των αναλυτών, η οποία όμως διαφέρει σημαντικά από αυτό που συμβαίνει στην Κύπρο, δηλαδή την άνοδο των καταθέσεων και τους λόγους που δίνουν ώθηση στην αποταμίευση. Στο οικονομικό δελτίο της Κεντρικής Τράπεζας αναφέρεται ότι «οι καταθέσεις του εγχώριου ιδιωτικού τομέα συνέχισαν να αυξάνονται το 2025, αντανακλώντας τη διατήρηση ισχυρής οικονομικής δραστηριότητας». Η αύξηση, δηλαδή, δεν αποδίδεται στην αβεβαιότητα, αλλά στη βελτίωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και τη θετική πορεία της αγοράς εργασίας.
Οι συντάκτες της μελέτης της ΕΚΤ σημειώνουν ότι οι δείκτες αβεβαιότητας καταναλωτών, που χρησιμοποιεί η Έρευνα Καταναλωτικών Προσδοκιών (CES) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είναι στενά ευθυγραμμισμένοι και υποδηλώνουν ότι η αβεβαιότητα εξακολουθεί να είναι υψηλή. Οι αριθμοί δείχνουν ότι η αβεβαιότητα βρίσκεται μεν επί του παρόντος κάτω από το ανώτατο επίπεδό της το 2022-23, που καταγράφηκε μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία και την επακόλουθη απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων, αλλά εξακολουθεί να είναι υψηλότερη από το κατώτατο σημείο που παρατηρήθηκε στα μέσα του 2021, όταν η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει από την πανδημία COVID-19.
Σύμφωνα με τη μελέτη, 49% των ανέργων ερωτηθέντων αναφέρουν δυσκολία στην καθημερινότητα, ενώ, μεταξύ των εργαζομένων, το ποσοστό των νοικοκυριών που αναφέρουν υψηλή και χαμηλή πιθανότητα απώλειας εργασίας και δυσκολεύονται να προβλέψουν την οικονομική τους κατάσταση ανέρχεται σε 35% και 25% αντίστοιχα. Αυτό υποδηλώνει ότι η αντιληπτή ασφάλεια της εργασίας αποτελεί βασικό παράγοντα αίσθησης κινδύνου για το εισόδημα των νοικοκυριών.
Αυτές οι διαφορές, σημειώνεται, συνάδουν με προηγούμενα στοιχεία, που υποδεικνύουν ότι τα νοικοκυριά που είναι πιο αβέβαια για την οικονομική τους κατάσταση τείνουν να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε προληπτικά κίνητρα, μεταξύ των οποίων είναι οι αποφάσεις για αποταμίευση.
Όταν ρωτήθηκαν τα νοικοκυριά «ποιες αποφάσεις θα εξέταζαν να αλλάξουν λόγω της δυσκολίας πρόβλεψης της μελλοντικής οικονομικής τους κατάστασης», μεγάλο ποσοστό νοικοκυριών με μεγαλύτερη αβεβαιότητα σε σχέση με τα υπόλοιπα νοικοκυριά ανέφερε ότι σχεδιάζει να μειώσει τις (καταναλωτικές) δαπάνες (53% έναντι 42%) ή να αναβάλει σημαντικές αγορές (37% έναντι 26%).
Επιπλέον, ένα μεγαλύτερο ποσοστό νοικοκυριών με αβεβαιότητα ανέφερε ότι σχεδιάζει να προσαρμόσει την προσφορά εργασίας του (35%), είτε αναζητώντας πρόσθετες πηγές εισοδήματος, είτε αλλάζοντας τα επαγγελματικά τους σχέδια.
Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σε συνδυασμό με πρόσφατα στοιχεία σχετικά με την επικράτηση προληπτικών κινήτρων αποταμίευσης μεταξύ των νοικοκυριών της ζώνης του ευρώ, η αυξημένη αβεβαιότητα παραμένει ένας σημαντικός παράγοντας που χαρακτηρίζει το επίμονα υψηλό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών στη ζώνη του ευρώ.
Στο οικονομικό δελτίο που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η υποτονική αύξηση της απασχόλησης και η δανειστική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη -αν και μειωμένη- αβεβαιότητα μεταξύ των νοικοκυριών, θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις δαπάνες των νοικοκυριών και να συμβάλουν σε ένα σταθερά υψηλό ποσοστό αποταμίευσης.