Σε πιο ασφαλείς επιλογές στρέφονται ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις όταν λαμβάνουν χρηματοδότηση από τις τράπεζες και για τον λόγο αυτό υπάρχει στροφή σε δάνεια με σταθερό επιτόκιο. Παράλληλα, τα spreads επιτοκίων εξακολουθούν να είναι σημαντικά υψηλότερα στην Κύπρο σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η θεματική μελέτη της Κεντρικής Τράπεζας με τίτλο «Ανταγωνισμός στον τραπεζικό τομέα στη ζώνη του ευρώ: Ανάλυση ανά χώρα και ειδική αναφορά στην Κύπρο» δίνει ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο για την περίοδο 2022-2025, που αφορά το μερίδιο νέων δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο για δύο κατηγορίες: δάνεια για αγορά κατοικίας και δάνεια σε νοικοκυριά και μη-χρηματοοικονομικούς οργανισμούς.
Στην Κύπρο, στις αρχές του 2022, το ποσοστό δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν κοντά στο 100% και για τις δύο κατηγορίες. Ωστόσο, από τις αρχές του 2023, η εικόνα αλλάζει, σύμφωνα με τη μελέτη που υπογράφουν ο Άρης Αυγουστή και η Στέφανη Μιχαήλ.
Το μερίδιο αυτό μειώνεται σημαντικά, πέφτοντας κάτω από το 30% στα δάνεια για αγορά κατοικίας και κοντά στο 60% στα δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Γενικότερα, σημειώνεται, η Εσθονία και η Κύπρος (ειδικότερα πριν τα μέσα του 2024) ξεχωρίζουν για τα πολύ υψηλά ποσοστά δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο. Για την ίδια περίοδο, στην Ευρωζώνη, κατά μέσο όρο, το μερίδιο του κυμαινόμενου επιτοκίου ήταν κάτω του 20% για δάνεια αγοράς κατοικίας και κοντά στο 60% για δάνεια σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Επίσης, η μελέτη αναδεικνύει ότι η ανάλυση των επιτοκίων και των spreads (διαφορά μεταξύ επιτοκίων δανεισμού και καταθέσεων) δείχνει ότι η μετάδοση των επιτοκίων πολιτικής στην Κύπρο είναι πιο αργή σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ. Η βραδύτερη προσαρμογή των καταθετικών επιτοκίων διευρύνει τα spreads και ενισχύει την κερδοφορία των τραπεζών βραχυπρόθεσμα.
Στη μελέτη σημειώνεται ότι στην πιο πρόσφατη περίοδο, 2022-2025, παρατηρείται ότι τα spreads επιτοκίων είναι σημαντικά υψηλότερα στην Κύπρο σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, κάτι που μπορεί να συνδέεται με υψηλότερο αντιλαμβανόμενο πιστωτικό κίνδυνο, διαφοροποιήσεις στη ρευστότητα και στη σύνθεση καταθέσεων, καθώς και διαφορές στην ένταση του ανταγωνισμού.
Στο πλαίσιο της ζώνης του ευρώ, αναφέρεται, «παρά το ότι το βασικό επιτόκιο καθορίζεται κεντρικά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παραμένουν σημαντικές διαφορές στα επιτόκια που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Αυτές οι διαφορές αντανακλούν παράγοντες που διαφέρουν μεταξύ των κρατών-μελών, όπως ο πιστωτικός κίνδυνος, οι συνθήκες ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, τα επίπεδα πληθωρισμού και οι μακροοικονομικές προοπτικές, καθώς και η δομή και η ισχύς αγοράς στον τραπεζικό τομέα».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος του ανταγωνισμού στον τραπεζικό τομέα και στο ύψος των επιτοκίων που προσφέρει η αγορά. Στη μελέτη εξηγείται ότι ένας λιγότερο ανταγωνιστικός τραπεζικός τομέας, με αυξημένη ισχύ αγοράς, μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερα περιθώρια επιτοκίων. Επιπλέον, οι τράπεζες που αντιμετωπίζουν λιγότερο ανταγωνισμό ενδέχεται να είναι λιγότερο ευαίσθητες στις αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής, αποδυναμώνοντας έτσι τον μηχανισμό μετάδοσης της.
Αντίθετα, σε περιπτώσεις πολύ έντονου ανταγωνισμού και παράλληλης ύπαρξης χαλαρών ρυθμιστικών κανόνων ή μη-εφαρμογής τους, οι τράπεζες ενδέχεται να αναλαμβάνουν μεγαλύτερους κινδύνους για να διατηρήσουν τα μερίδια αγοράς τους, κάτι που μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα τους να μετακυλίουν ορθολογικά τους κινδύνους στην τιμολόγηση των δανείων.
Σε σχέση με τον ανταγωνισμό και τη μετάδοση (υλοποίηση) της νομισματικής πολιτικής, στη μελέτη αναφέρεται ότι διεθνής εμπειρική βιβλιογραφία φαίνεται να συγκλίνει στο συμπέρασμα ότι ένα ανταγωνιστικό τραπεζικό σύστημα διευκολύνει τη μετακύληση των επιτοκίων πολιτικής στα τραπεζικά επιτόκια, ενώ η υψηλή συγκέντρωση συνδέεται με βραδύτερη και πιο μερική μετάδοση, ιδίως στα επιτόκια καταθέσεων.
Επίσης, η πρόσφατη είσοδος online και ψηφιακών τραπεζών ενισχύει τις ανταγωνιστικές πιέσεις, καθώς τείνουν να προσαρμόζουν τα επιτόκια τους ταχύτερα και πιο επιθετικά από τις παραδοσιακές τράπεζες (brick and mortar banks), με πιθανή επίδραση στη δυναμική του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.