Η κυπριακή αμυντική βιομηχανία καταγράφει τα τελευταία χρόνια σαφή πρόοδο, διευρύνοντας σταδιακά την παρουσία της τόσο στην ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας όσο και στην εγχώρια οικονομία. Μέσα από τη δραστηριοποίηση δεκάδων εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα και τη σταδιακή διαμόρφωση κρατικής στρατηγικής, ο τομέας αποκτά πλέον πιο ορατό ρόλο στο παραγωγικό και τεχνολογικό αποτύπωμα της χώρας.

Ο πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Εταιρειών Έρευνας και Καινοτομίας, δρ Τάσος Κουνουδής, επισημαίνει ότι περίπου 30 κυπριακές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας δραστηριοποιούνται σήμερα στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, αναπτύσσοντας κυρίως τεχνολογίες διττής χρήσης. Όπως αναφέρει, οι εταιρείες αυτές σχεδιάζουν και παράγουν συστήματα όπως μη επανδρωμένα οχήματα, τεχνολογίες επιτήρησης, κυβερνοασφάλειας, ηλεκτρονικού πολέμου, διαστήματος και επικοινωνιών, ενώ εργοδοτούν περισσότερους από 2.000 επιστήμονες και μηχανικούς υψηλής εξειδίκευσης.

Η δυναμική αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτυπώνεται και στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Συνολικά 20 κυπριακές εταιρείες, με τη στήριξη του Υπουργείου Άμυνας, συμμετέχουν σε 57 έργα των προγραμμάτων EDIDP και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας, συνολικού προϋπολογισμού που ξεπερνά τα 860 εκατ. ευρώ. Από αυτά, περίπου 50 εκατ. ευρώ έχουν απορροφηθεί από κυπριακές επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε διεθνείς κοινοπραξίες.

Κατά τον δρα Κουνουδή, η συμμετοχή αυτή έχει ενισχύσει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής ειδίκευσης, την ανάπτυξη ερευνητικών και παραγωγικών υποδομών και τη δημιουργία νέων τεχνολογιών και προϊόντων. Παράλληλα, δίνει στις κυπριακές εταιρείες τη δυνατότητα να συνεργάζονται με μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες και να συμμετέχουν στον σχεδιασμό της επόμενης γενιάς αμυντικών συστημάτων, ενώ ορισμένες έχουν ήδη περάσει στο στάδιο της παραγωγής και των εξαγωγών.

Σημαντική θεωρείται και η αυξανόμενη κρατική στήριξη. Όπως επισημαίνεται, έχουν ήδη ανακοινωθεί έξι στοχευμένες κυβερνητικές πολιτικές για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, οι οποίες περιλαμβάνουν τη θεσμοθέτηση του τομέα, τη δημιουργία Συμβουλίου Αμυντικής Βιομηχανίας, την ίδρυση Εθνικού Μητρώου Κατασκευαστών, την αύξηση της χρηματοδότησης για έρευνα και ανάπτυξη και τη στήριξη της διεθνούς παρουσίας των κυπριακών εταιρειών.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στην εξασφάλιση περίπου 1,2 δισ. ευρώ από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό SAFE για την αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της Εθνικής Φρουράς. Σύμφωνα με την ανάλυση, η εξέλιξη αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην ενίσχυση της άμυνας, αλλά ανοίγει και προοπτικές για ουσιαστικότερη συμμετοχή της κυπριακής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα, ενισχύοντας τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τις επενδύσεις και τη διασύνδεση με ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής.

Ο πολιτικός επιστήμονας και αναλυτής του DefenceRedefined.com.cy, Χρίστος Λοΐζου, σημειώνει ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια η έννοια της αμυντικής βιομηχανίας στην Κύπρο αντιμετωπιζόταν συχνά με επιφύλαξη ή και χλευασμό. Όπως αναφέρει, οι διεθνείς εξελίξεις, η επιστροφή του συμβατικού πολέμου στην Ουκρανία, η έξαρση των υβριδικών απειλών και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας συνέβαλαν ώστε να αλλάξει η αντίληψη και να αποκτήσει ο τομέας υπόσταση και προοπτική.

Ο ίδιος προσθέτει ότι για την Κύπρο η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία και λόγω της ισχυροποίησης της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Υπογραμμίζει ότι το ενδεχόμενο ενός τουρκικού κατοχικού στρατού που θα είναι όχι μόνο αριθμητικά αλλά και τεχνολογικά υπέρτερος, με αυξημένη αυτάρκεια, αποτελεί σοβαρό παράγοντα προβληματισμού για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Κατά τον κ. Λοΐζου, οι κυπριακές εταιρείες αναπτύσσουν πλέον συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης, μη επανδρωμένα μέσα, εφαρμογές ηλεκτρονικού πολέμου, διοίκησης και ελέγχου, καθώς και τεχνολογίες αντιμετώπισης μη επανδρωμένων απειλών. Ορισμένες έχουν ήδη προμηθεύσει την Εθνική Φρουρά και τα σώματα ασφαλείας, άλλες έχουν προχωρήσει σε εξαγωγές, ενώ υπάρχουν και συστήματα που έχουν δοκιμαστεί σε επιχειρησιακό περιβάλλον.

Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται η συνεργασία του Υπουργείου Άμυνας με τις εταιρείες για συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα, η χρηματοδότηση δράσεων όπως η ΑΘΗΝΑ, καθώς και η προώθηση μέτρων όπως η σύσταση Συμβουλίου Αμυντικής Βιομηχανίας, η δημιουργία μητρώου εταιρειών και η προετοιμασία Εθνικής Στρατηγικής Αμυντικής Βιομηχανίας.

Από την πλευρά του, ο δημοσιογράφος του Philenews και ειδικός σε θέματα άμυνας, Ανδρέας Πογιατζής, επισημαίνει ότι η Κύπρος δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες στα βαρέα οπλικά συστήματα, μπορεί όμως να διεκδικήσει ουσιαστικό ρόλο σε τομείς όπου διαθέτει ανθρώπινο κεφάλαιο και τεχνογνωσία, όπως η παραγωγή μη επανδρωμένων συστημάτων, έξυπνων αισθητήρων, ηλεκτρονικών κυκλωμάτων και εξειδικευμένων λογισμικών.

Όπως αναφέρει, το βασικό ζητούμενο είναι η συλλογική στρατηγική. Οι εταιρείες, σε συνεργασία με το κράτος, θα πρέπει να χαράξουν τα επόμενα βήματα με τρόπο που να επιτρέπει στο σύνολο του οικοσυστήματος να έχει ρόλο και όφελος από την αναπτυξιακή αυτή προσπάθεια. Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρεί κρίσιμη την εμπιστοσύνη του ίδιου του κράτους προς τις κυπριακές εταιρείες, μέσω της ενσωμάτωσης των τεχνολογιών τους στην Εθνική Φρουρά.

Ο κ. Πογιατζής σημειώνει ότι η δημιουργία μητρώου εταιρειών αποτελεί θετικό πρώτο βήμα, καθώς θα επιτρέψει τη χαρτογράφηση των πραγματικών δυνατοτήτων του τομέα. Παράλληλα, εισηγείται περαιτέρω κρατική στήριξη στις πιο ώριμες και στοχευμένες δυνατότητες, ώστε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, να ενθαρρυνθεί η νέα γενιά να στραφεί προς αυτούς τους κλάδους και να διευκολυνθούν οι δοκιμές νέων προϊόντων από την Εθνική Φρουρά χωρίς υπερβολικά γραφειοκρατικά εμπόδια.

Κοινός παρονομαστής των τριών παρεμβάσεων είναι ότι η πρόοδος που έχει σημειωθεί δεν θεωρείται αρκετή από μόνη της. Παρά τα θετικά βήματα, παραμένουν ουσιαστικές προκλήσεις που αφορούν τη βιομηχανοποίηση των τεχνολογιών, την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, τη δημιουργία παραγωγικών γραμμών, την ενσωμάτωση σε μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού και τη σύνδεση της καινοτομίας με τις πραγματικές ανάγκες άμυνας και ασφάλειας της χώρας.

Η συνολική εικόνα, ωστόσο, δείχνει ότι η κυπριακή αμυντική βιομηχανία έχει περάσει από το στάδιο της αμφισβήτησης σε μια φάση ουσιαστικής αναγνώρισης και συγκροτημένης προοπτικής. Το επόμενο στοίχημα για την Κύπρο είναι να μετατρέψει αυτή τη στρατηγική αναβάθμιση σε βιώσιμη βιομηχανική, τεχνολογική και εξαγωγική ισχύ, ενισχύοντας ταυτόχρονα την ασφάλεια, την οικονομία και τη θέση της στον ευρωπαϊκό χάρτη άμυνας και καινοτομίας.

Από το περιοδικό Insider Μαρτίου