Οι αποτιμήσεις των τραπεζών παρουσίασαν μεγάλη αύξηση, λόγω μιας σειράς ευνοϊκών συγκυριών, αλλά αυτή η θετική εξέλιξη θέλει προσοχή, γιατί η η πρόσφατη αύξηση των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και η επιδείνωση των μακροοικονομικών προοπτικών θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις προοπτικές κερδών των τραπεζών και στα ασφάλιστρα κινδύνου μετοχών.

Αυτό υποστηρίζουν οι τεχνοκράτες της ΕΚΤ Dejan Krušec, Riccardo Meli και Csaba Móré, ως συμπέρασμα στη μελέτη τους με τίτλο «Οι παράγοντες που οδήγησαν στην απότομη αύξηση των αποτιμήσεων της αγοράς των τραπεζών της ζώνης του ευρώ το 2025», η οποία δημοσιεύτηκε στο πλαίσιο της επισκόπησης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Μάιος 2026).

Nα σημειώσουμε ότι η απότομη αύξηση των αποτιμήσεων στις τράπεζες της Ευρωζώνης το 2025 (συμπεριλαμβανομένων των κυπριακών και ελληνικών τραπεζών) τροφοδοτήθηκε από τα ισχυρά καθαρά έσοδα τόκων, το ευνοϊκό περιβάλλον επιτοκίων της ΕΚΤ και τα μειωμένα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs), που προσέλκυσαν σημαντικά κεφάλαια παρά τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες.

Το θετικό κλίμα επηρέασε και τις κυπριακές και ελληνικές τράπεζες, με αναλυτές να αναβαθμίζουν τις τιμές-στόχους βασικών ιδρυμάτων (π.χ. Τράπεζας Κύπρου και Eurobank) καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Επίσης, οι τράπεζες της Ευρωζώνης κατέγραψαν εξαιρετικές επιδόσεις, κλείνοντας το 2025 ως ένας από τους κορυφαίους τομείς απόδοσης με ράλι που ξεπέρασε το 50% ετησίως για τον δείκτη Euro Stoxx Banks.

Στη μελέτη σημειώνεται ότι οι αποτιμήσεις των τραπεζών της ζώνης του ευρώ αυξήθηκαν απότομα μεταξύ του 2025 και των αρχών του 2026, φτάνοντας σε επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί τελευταία φορά πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Στην έκθεση σημειώνεται ότι «οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ έχουν συγκλίνει με τις αντίστοιχες τράπεζες των ΗΠΑ όσον αφορά την κερδοφορία και, κατά συνέπεια, το χάσμα μεταξύ των αποτιμήσεων των τραπεζών της ζώνης του ευρώ και των ΗΠΑ έχει μειωθεί σημαντικά».

Κατά την περίοδο έως τον Φεβρουάριο του 2026, οι αυξημένες πληρωμές προς τους μετόχους (μέρισμα) και η προσδοκία ότι οι υψηλές πληρωμές θα συνεχιστούν για τα επόμενα δύο χρόνια, μαζί με ένα αυξανόμενο ποσοστό επαναγορών μετοχών, ενδέχεται επίσης να έχουν συμβάλει στο να καταστούν οι τραπεζικές μετοχές της ζώνης του ευρώ πιο ελκυστικές για τους επενδυτές, αναφέρεται στην έκθεση.

Οι τεχνοκράτες σημειώνουν σε άλλο σημείο πως «ενώ οι υψηλές αποτιμήσεις της αγοράς για τις τράπεζες μπορεί να αντανακλούν ισχυρή κερδοφορία, θα μπορούσαν επίσης να σηματοδοτούν υπεραισιοδοξία των επενδυτών και συμπιεσμένα ασφάλιστρα κινδύνου μετοχών. Εάν οι προσδοκίες για οικονομική ανάπτυξη ή απόδοση ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών δεν ικανοποιηθούν, τα ασφάλιστρα κινδύνου θα μπορούσαν να επανεκτιμηθούν απότομα». Εξηγούν ότι, από αυτό το γεγονός, οι τράπεζες δεν θα χρειαστεί να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαια, εφόσον δεν αντιμετωπίζουν μεγάλες ζημίες.

«Παρ’ όλα αυτά, μια σημαντική πτώση στις αποτιμήσεις των μετοχών θα μπορούσε να επηρεάσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και, μέσω της αύξησης του κόστους των ιδίων κεφαλαίων, θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει τη συμπεριφορά δανεισμού των τραπεζών».

Στη μελέτη σημειώνεται και ότι «οι εκτιμήσεις για το πρώτο τρίμηνο του 2026 υποδηλώνουν ότι η επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και η μεγαλύτερη αστάθεια των χρηματοπιστωτικών αγορών μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή είχαν αρνητικό αντίκτυπο στις αποτιμήσεις των τραπεζών».