Καμπανάκι από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) σε σχέση με τις αλλαγές στο νομικό πλαίσιο για τις εκποιήσεις, οι οποίες επήλθαν από τη Βουλή τον περασμένο Απρίλιο. Η ΕΚΤ, με γνώμη που εξέδωσε, εκφράζει διαφωνία για τις αλλαγές, προχωρώντας μάλιστα σε προειδοποιήσεις για τις αναφορές των νόμων στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Την ίδια ώρα καλεί τις κυπριακές Aρχές να προχωρήσουν σε διεξοδική ανάλυση των επιπτώσεων και των κινδύνων για την οικονομία. Πάντως, κύκλοι των τραπεζών θεωρούν πως η συγκεκριμένη γνωμοδότηση βάζει μια τάξη και, παράλληλα, δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές για τον μελλοντικό χειρισμό τέτοιων υποθέσεων.
Τι αναφέρει η γνώμη της ΕΚΤ
Μεταξύ άλλων, στη γνωμοδότηση της ΕΚΤ υποδεικνύεται πως, πριν από την έγκριση των νομοθεσιών, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη της ΕΚΤ, τονίζοντας την ανάγκη διενέργειας εκτίμησης επιπτώσεων. Παράλληλα, προειδοποιεί για επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στον τραπεζικό τομέα, καθώς και για επιδράσεις στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.
Ως γνωστόν, η προηγούμενη Βουλή, στο παρά πέντε της αυτοδιάλυσής της, ενέκρινε 12 νομοθεσίες, από τις οποίες οι έξι έχουν υπογραφεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τέθηκαν σε ισχύ, ενώ για τις υπόλοιπες προχώρησε σε αναφορά τους στη Δικαιοσύνη.
Αντικίνητρο για την καταβολή δόσεων
Σχολιάζοντας τη νομοθετική ρύθμιση του ΑΚΕΛ και των Οικολόγων, που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και με την οποία διασφαλίζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να προσφεύγει στο δικαστήριο για την αναστολή διαδικασίας εκποίησης ακινήτου, για την αμφισβήτηση του ύψους του χρέους και για καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις δανείων ή υποθηκών, η γνώμη της ΕΚΤ αναφέρει πως η πρόταση δεν προβλέπει ειδικά κριτήρια επιλεξιμότητας για περιορισμό των οφειλετών ή άλλων προσώπων που νομιμοποιούνται να κινούν νομικές διαδικασίες.
«Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή μεγάλου αριθμού διαδικασιών εκποίησης για παρατεταμένες χρονικές περιόδους», σημειώνει.
Προειδοποιεί ότι οι αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις θα οδηγούσαν σε αδικαιολόγητη μείωση της κερδοφορίας των τραπεζών, θα προκαλούσαν περαιτέρω αβεβαιότητα, θα καθυστερούσαν την εξυγίανση των κόκκινων δανείων, θα περιόριζαν τη διατήρηση της κερδοφορίας των τραπεζών και των κεφαλαιακών αποθεμάτων, ενώ θα προκαλούνταν κλυδωνισμοί στην ανθεκτικότητά τους.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η νομοθεσία μπορεί να επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στις τράπεζες και να επηρεάσει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, την κεφαλαιακή τους επάρκεια, τις προβλέψεις και τα στοιχεία ενεργητικού. Επιπλέον, θα προκαλέσει επιπτώσεις στις πωλήσεις και στις τιτλοποιήσεις δανείων και θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο για μελλοντικές πωλήσεις κόκκινων δανείων.
Δυσμενείς επιπτώσεις από το πάγωμα
Όσον αφορά την πρόταση της ΔΗΠΑ για πάγωμα των εκποιήσεων κύριας κατοικίας αξίας μέχρι €350 χιλ., σύμφωνα με τη γνώμη της ΕΚΤ, αυτή δεν συμβάλλει στην επίλυση των διαρθρωτικών προβλημάτων και παράλληλα καθυστερεί τους μηχανισμούς προστασίας των οφειλετών, όπως είναι τα σχέδια «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» και «Εστία».
Την ίδια ώρα, επισημαίνει πως το πάγωμα των εκποιήσεων επεκτείνεται σε όλους τους οφειλέτες που διαθέτουν κύρια κατοικία κάτω των €350 χιλ., χωρίς να καθορίζει κριτήρια επιλεξιμότητας ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση. Κάτι τέτοιο, τονίζει, ενδέχεται να οδηγήσει κάποιους οφειλέτες σε στρατηγική μη αποπληρωμή των οφειλών τους, ενώ είναι ορατός ο κίνδυνος μετατροπής εξυπηρετούμενων δανείων σε ΜΕΔ.
Η ΕΚΤ χτυπά καμπανάκι και για δυσμενείς επιπτώσεις στις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο και έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους ΜΕΔ αξίας γύρω στα €18 δισ., κάτι που θα επηρεάσει τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται τα επιχειρηματικά τους μοντέλα. Μάλιστα, προειδοποιεί πως υπάρχει κίνδυνος υπονόμευσης του πλαισίου των ΜΕΔ, επηρεάζοντας τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.
SOS για ΚΕΔΙΠΕΣ και οικονομία
Αναφορικά με την πρόταση των ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ που προβλέπει αυτόματη διαγραφή της οφειλής μετά την εκποίηση ή την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων, η γνωμοδότηση της ΕΚΤ αναφέρει πως θα προκαλέσει επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και θα αποθαρρύνει τους διαχειριστές πιστώσεων να αγοράσουν δάνεια από τις τράπεζες.
Την ίδια ώρα, υπογραμμίζει πως πιθανόν να υπάρξουν και αρνητικές επιπτώσεις στον τραπεζικό τομέα σε σχέση με την κερδοφορία, τα κεφάλαια και τη μελλοντική παραχώρηση δανείων, ενώ είναι ανοικτό το ενδεχόμενο επηρεασμού των συμφωνιών των τραπεζών με τις συγκεκριμένες εταιρείες, καθώς θα μειώσει τα έσοδα από τους τόκους.
Σε σχέση με το σύνολο των αλλαγών, τονίζεται πως θα υπάρξουν επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά, λόγω του επηρεασμού της ΚΕΔΙΠΕΣ και του κινδύνου αποδυνάμωσης του τραπεζικού συστήματος.
«Η δυνατότητα παρέμβασης στην ικανότητα των δανειστών να εφαρμόσουν τους συμφωνηθέντες όρους εξασφαλισμένης πίστωσης στην Κύπρο αναστέλλοντας τη διαδικασία εκποίησης, περιορίζοντας την ευθύνη των εγγυητών και διαγράφοντας υπολειπόμενες οφειλές, ενδέχεται να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την αγορά εξασφαλισμένου δανεισμού», προσθέτει.
Αυτό, καταλήγει, θα επηρεάσει τον ανταγωνισμό στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην Κύπρο λόγω της αβεβαιότητας που προκαλούν οι συνεχείς αλλαγές του νομοθετικού πλαισίου.
Διαβούλευση με τον Ευρωπαίο επόπτη
Σύμφωνα με τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προτού το κυπριακό Κοινοβούλιο προχωρήσει σε νομοθετικές αλλαγές στο πλαίσιο των εκποιήσεων θα πρέπει να προχωρεί στην απαιτούμενη διαβούλευση με την ΕΚΤ.
Βάσει της παρέμβασης της ΕΚΤ, η Βουλή θα έπρεπε να ζητήσει τη γνωμοδότηση του Ευρωπαίου επόπτη πριν οι κομματικές προτάσεις εγκριθούν από το Κοινοβούλιο.
Παράλληλα, υποδεικνύει πως θα πρέπει να γίνεται εκ των προτέρων ενδελεχής εκτίμηση των επιπτώσεων, τόσο για την κεφαλαιακή επάρκεια και την οικονομική κατάσταση των τραπεζών, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, όσο και για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της οικονομίας. Επιπρόσθετα, αναφέρει πως θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι πρόκλησης φαινομένων ηθικού κινδύνου.