Σε ειδική έκθεση που κυκλοφόρησε σήμερα ο Γενικός Ελεγκτής, για τους ελέγχους που πραγματοποιεί Το Τμήμα Φορολογίας για την καταβολή ΦΠΑ, σημειώνει πως «τα πρώτα αποτελέσματα της νεοσυστασθείσας Παγκύπριας Μονάδας Ελέγχων ΦΠΑ είναι αρκετά ενθαρρυντικά, καταδεικνύοντας ότι η απόφαση του Εφόρου να δημιουργήσει τη Μονάδα ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για εξειδικευμένους ελέγχους, οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην προστασία των δημοσίων εσόδων».
Παρόλα αυτά, ο Αντρέας Παπακωνσταντίνου επισημαίνει ότι «από τον έλεγχο που διενήργησε η Υπηρεσία σε τυχαίο δείγμα φορολογικών φακέλων ΦΠΑ, διαπιστώνονται σημαντικές αδυναμίες στον τρόπο άσκησης του ελέγχου του Τμήματος Φορολογίας καθώς και στον βαθμό συμμόρφωσης με το θεσμικό πλαίσιο τόσο της έμμεσης φορολογίας, που αποτέλεσε το αντικείμενο του κυρίως ελέγχου μας, όσο και στην άμεση φορολογία».
Και εξηγεί στη συνέχεια: «Σε αριθμό υποθέσεων εντοπίστηκαν καθυστερήσεις πολλών ετών στη διενέργεια ουσιαστικών ελέγχων, περιορισμός των ελέγχων σε γραφειακό επίπεδο, ελλιπής τεκμηρίωση ως προς τον τόπο παροχής υπηρεσιών και αμφιβολίες για τον ορθό φορολογικό χειρισμό σύνθετων συναλλαγών, όπως ενδοκοινοτικές πράξεις και εμπορία χρυσού. Οι αδυναμίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την καταβολή σημαντικών επιστροφών ΦΠΑ χωρίς επαρκή επαλήθευση, την αδυναμία έγκαιρης βεβαίωσης φόρων λόγω παρέλευσης της εξαετίας και τη δημιουργία αυξημένου κινδύνου απώλειας δημοσίων εσόδων.
»Επιπλέον, διαπιστώθηκαν αποκλίσεις μεταξύ δηλώσεων ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος, μη υποβολή οικονομικών καταστάσεων, καθώς και περιπτώσεις όπου δεν διερευνήθηκαν ευθύνες επαγγελματιών που υπέβαλλαν ανακριβείς δηλώσεις. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι οι υφιστάμενες διαδικασίες επιλογής υποθέσεων, παρακολούθησης επιστροφών και διασταυρώσεων στοιχείων δεν παρέχουν επαρκείς δικλίδες διασφάλισης των δημοσίων εσόδων».
Ως Γενική Σύσταση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας καταγράφεται στην έκθεση το εξής: «Συστήνεται η ουσιαστική αναδιοργάνωση του τρόπου διενέργειας ελέγχων ΦΠΑ, με κατάρτιση ετήσιου προγράμματος βάσει τεκμηριωμένων κριτηρίων κινδύνου και ενίσχυση των επιτόπιων ελέγχων. Το Τμήμα Φορολογίας θα πρέπει να προχωρήσει σε στοχευμένη επανεξέταση των υποθέσεων υψηλού δημοσιονομικού κινδύνου, ιδίως όπου παρατηρούνται ενδοκοινοτικές συναλλαγές, ειδικά καθεστώτα ή σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολογίας, και να αξιοποιεί τις πρόνοιες της νομοθεσίας για επέκταση της περιόδου ελέγχου όπου συντρέχουν λόγοι δόλου ή εσκεμμένων παραλείψεων.
»Παράλληλα, απαιτείται έκδοση ενιαίων κατευθυντήριων οδηγιών για ομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθεσίας, ενίσχυση της συνεργασίας με την Κεντρική Τράπεζα και άλλες αρμόδιες αρχές, καθώς και καθιέρωση μηχανισμών διασταύρωσης δεδομένων από τα συστήματα TFA και ΤΕΕΔΙ. Επίσης, συστήνεται η άμεση διερεύνηση ευθυνών όπου υποβλήθηκαν ανακριβείς δηλώσεις ή δεν προσκομίστηκαν υποχρεωτικά στοιχεία, καθώς και η θέσπιση διαδικασιών έγκαιρης ενημέρωσης μεταξύ Κλάδων του Τμήματος. Η υλοποίηση των πιο πάνω μέτρων κρίνεται αναγκαία για ενίσχυση των διαδικασιών ελέγχου και την αποτελεσματική προστασία των δημοσίων εσόδων».
Στην έκθεση αναφέρεται ακόμα πως:
- Η Παγκύπρια Μονάδα Ελέγχων (ΠΜΕ) ΦΠΑ το 2024 διενήργησε 175 ελέγχους, εκ των οποίων οι 112 (64%) οδήγησαν σε βεβαίωση φορολογίας περίπου €10εκ., ενώ ο συνολικός αριθμός των ελέγχων που διενεργήθηκαν παγκύπρια κατά το ίδιο έτος, ανερχόταν σε 3.609 από τους οποίους βεβαιώθηκε ΦΠΑ περίπου €30εκ.
- Οι έλεγχοι της ΠΜΕ που αντιπροσωπεύουν το 5% των συνολικών ελέγχων σε αριθμό, κατέληξαν σε βεβαίωση ΦΠΑ του 33% του συνολικού βεβαιωμένου ΦΠΑ από τους ελέγχους.
- Επιπλέον και παρά το γεγονός ότι οι έλεγχοι της ΠΜΕ κάλυψαν μόλις το 0,07% των 261.077 εγγεγραμμένων προσώπων στο ΦΠΑ, τα αποτελέσματα τους ήταν ιδιαίτερα σημαντικά.