Η ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για παύση του Γενικού Ελεγκτή σε συνδυασμό με τη σκληρή γλώσσα που χρησιμοποίησε υιοθετώντας πλήρως τη γραμμή υπεράσπισης της Γενικής Εισαγγελίας προκάλεσε έκπληξη αλλά και θύελλά αντιδράσεων. Σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης υποστήριξε ότι η απόφαση ήταν άδικη, ενώ ο νομικός κόσμος στην συντριπτική του πλειοψηφία εντόπισε βάσιμα επιχειρήματα αναφορικά με την ανάρμοστη συμπεριφορά του τέως Γ.Ε. τα οποία ήταν νομικά στοιχειοθετημένα.
Δεσμευτική μη αναστρέψιμη απόφαση – Αναντίλεκτα ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης άσκησε το λειτούργημα του με πάθος και εργατικότητα. Αναβάθμισε τη λειτουργία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και αποτέλεσε σημείο αναφοράς σε πάρα πολλές περιπτώσεις. Όσο αφορά στη συμπεριφορά του αυτή κρίθηκε από το δικαστήριο και η απόφαση είναι δεσμευτική, μη αναστρέψιμη και σεβαστή. Ο καθένας μπορεί να την μελετήσει και αξιολογήσει, αλλά, η παύση αποτελεί γεγονός και οι θεσμοί οφείλουν άμεσα να δράσουν για να διασφαλίσουν ότι δεν θα υπάρξει κανένα θεσμικό κενό. Γι’ αυτό απαιτείται ο άμεσος διορισμός νέου Γενικού Ελεγκτή από δημόσιο λειτουργό εγνωσμένου κύρους και αμεροληψίας. Η συζήτηση για μετατροπή του θεσμού σε ελεγκτικό συμβούλιο θα πρέπει να διεξαχθεί νηφάλια και δίχως πίεση από εξωγενείς παράγοντες. Το ίδιο ισχύει και για τη συζήτηση που αφορά στο διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων του Γενικού Εισαγγελέα.
Η φυγή του Προέδρου –Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας γνωρίζοντας (όπως όλοι μας) την ημέρα και ώρα της απόφασης (ενδεχομένως και την ίδια την απόφαση), συνειδητά επέλεξε να βρεθεί από νωρίς το πρωί σε εκδήλωση στην Αθήνα (!) για να αποφύγει να σχολιάσει, να τοποθετηθεί και να υπογράψει τη δεσμευτική επιστολή παύσης του Γενικού Ελεγκτή. Λες και το ζήτημα ήταν η τυπική υπογραφή της δεσμευτικής απόφασης, και όχι, η δική του ευθύνη που αντί να λειτουργήσει πυροσβεστικά και έγκαιρα με τρόπο πολιτικό επέτρεψε να φτάσει η σύγκρουση μέχρι αυτό το σημείο και τελικά να κριθεί νομικά.
Η «ευκαιρία» που είδε το ΑΚΕΛ –Από την άλλη το κόμμα της Αριστεράς είδε στην απόφαση παύσης του Γενικού Ελεγκτή να δημιουργείται τρόπον τινά μια ευκαιρία την οποία έσπευσε να αξιοποιήσει με διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, έντονο ύφος στα πάνελ, αμφισβήτηση της ίδιας της απόφασης και του δικαστηρίου. Προς αυτή τη συμπεριφορά ίσως να έσπρωξε και η ανάγκη να μην τους κλέψει την παράσταση η Ειρήνη Χαραλαμπίδου η οποία ανέλαβε ως σταυροφόρος από την πρώτη στιγμή να πείσει πως όποιος διαφωνεί μαζί της είναι διεφθαρμένος. Σε κάθε περίπτωση, η ελευθερία γνώμης είναι κατοχυρωμένη για όλους αλλά όταν ένα πολιτικό κόμμα και η ηγεσία του αμφισβητούν με τέτοια επιπολαιότητα όλα τα συνταγματικά θέσμια της χώρας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως επικίνδυνη δημαγωγία.
Η επόμενη μέρα– Αποτελεί αδήριτη ανάγκη και είναι προς το συμφέρον της δημοκρατίας και των εκπροσώπων νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας να πείσουν ότι επιδιώκουν όντως να βελτιώσουν την λειτουργία των θεσμών, μέσα από πολυεπίπεδο έλεγχο και να αναζητήσουν την πλήρη διαφάνεια και ισονομία. Θα χώριζα σε δύο κύριες κατηγορίες τα ζητήματα που δημιουργούν δυσπιστία και δικαιολογημένη οργή. Η πρώτη, αφορά σε στρεβλώσεις της νομοθεσίας σε σχέση με ωφελήματα δημοσίων προσώπων. (πρόωρη συνταξιοδότηση, πολλαπλές συντάξεις, σύγκρουση συμφέροντος και τρύπιο πόθεν έσχες). Η χρόνια αναζήτηση λύσεων σε όλα αυτά έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι η δυστοκία επίλυσής τους οφείλεται στην έλλειψη πραγματικού ενδιαφέροντος από τους ίδιους τους θεσμούς. Οι σφοδρές αντιδράσεις στο ζήτημα της σύνταξης του Πρόεδρου είναι χαρακτηριστικές της απαξίωσης με την οποία οι πολίτες θεωρούν ότι είναι θύματα εμπαιγμού. Η δεύτερη κατηγορία είναι ζητήματα πιο σύνθετα και πιο απαιτητικά. Που έχουν να κάνουν με τη γενική καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης αλλά και πιο ειδικά με τη καθυστέρηση διερεύνησης υποθέσεων που σχετίζονται με το σκάνδαλο των διαβατηρίων και άλλων ζητημάτων που απασχόλησαν έντονα τη κοινή γνώμη. Έχει να κάνει επιπλέον με την έλλειψη κράτους δικαίου και διαφάνειας ορισμένων σωμάτων όπως π.χ. το αστυνομικό σώμα αλλά και με την «ασυλία» που απολαμβάνουν ορισμένοι θεσμοί και πρόσωπα.
Η συνεργασία της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας είναι αναγκαία για να επιτευχθούν οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν ούτως ώστε να ανατραπεί το κλίμα αμφισβήτησης των θεσμών και του κράτους δικαίου. Οποιαδήποτε καθυστέρηση του εκσυγχρονισμού που απαιτείται θα δημιουργήσει περισσότερη κοινωνική αγανάκτηση αλλά και ένα τεράστιο χώρο για άκρατο λαϊκισμό με όλα όσα αυτό θα συνεπάγεται για το επίπεδο και την τύχη της ίδιας της δημοκρατίας.
* Αναπληρώτρια Εκπρόσωπος Τύπου ΔΗΣΥ