Η Ευρώπη δεν θα κριθεί μόνο από τις κρίσεις που αντιμετωπίζει. Θα κριθεί και από την ετοιμότητά της να απαντήσει σε αυτές, όπως και από την ικανότητά της να προβλέπει και να προετοιμάζεται.  Αλλά και από την ικανότητά της να μετουσιώνει τις πρόνοιες των Συνθηκών σε πρακτική δυνατότητα.  Αυτό απαιτεί μετάβαση από την εκπεφρασμένη βούληση των κρατών μελών σε λειτουργική εφαρμογή, με κατάλληλους μηχανισμούς. Έμπρακτη μετάβαση σε μια πιο αυτόνομη και αλληλέγγυα Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό ακριβώς αφορά η πρωτοβουλία της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη για το Άρθρο 42.7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Μια βαθιά, ουσιαστική πολιτική συζήτηση για την αξιοπιστία της ΕΕ ως χώρου ασφάλειας, ευθύνης και αμοιβαίας στήριξης.

Το Άρθρο 42.7 προβλέπει ότι εάν κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση να του παράσχουν συνδρομή, με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας κάθε χώρας. Η λέξη κλειδί είναι η υποχρέωση. Δεν πρόκειται για δήλωση καλής θέλησης. Πρόκειται για πρόνοια των Συνθηκών, με πραγματικό νομικό και πολιτικό βάρος.  Και ακριβώς επειδή έχει τέτοιο βάρος, δεν μπορεί να μένει χωρίς πρακτικό περιεχόμενο.

Για δέκα σχεδόν χρόνια, μετά τη μοναδική ενεργοποίησή του από τη Γαλλία το 2015, το Άρθρο 42.7 παρέμεινε χωρίς ολοκληρωμένο πλαίσιο εφαρμογής. Η εμπειρία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι ανέδειξε ζητήματα διαδικασίας, συντονισμού, ταχύτητας ανταπόκρισης και μετατροπής ενός αιτήματος σε πραγματική συνδρομή.  Υπήρξαν προκαταρκτικά συμπεράσματα, χωρίς όμως την αναγκαία θεσμική συνέχεια.

Κυπριακή εμπειρία

Η πρόσφατη εμπειρία της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρόλο που δεν ενεργοποιήθηκε η Ρήτρα 42.7, ανέδειξε πάλι τα κενά.  Σε στιγμή κρίσης, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αναζητά εκ των υστέρων πώς θα λάβει συνδρομή από άλλα κράτη μέλη, τι είδους βοήθεια μπορεί να ζητήσει, ποιος συντονίζει και σε ποιο χρόνο μπορεί να υπάρξει ανταπόκριση. Η κρίση δεν μπορεί να περιμένει τη γραφειοκρατική διαμόρφωση, ούτε υπάρχει χρόνος για σχεδιασμό από μηδενική βάση.

Γι’ αυτό η Κυπριακή Δημοκρατία θέτει ένα απλό, σαφές και θεσμικά ώριμο ερώτημα: μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να διαθέτει ρήτρα αμοιβαίας υποχρεωτικής συνδρομής χωρίς ευρωπαϊκό τρόπο εφαρμογής της; Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Η Ευρώπη δεν μπορεί να περιμένει την επόμενη κρίση για να ανακαλύψει τα κενά της.

Η κυπριακή εισήγηση για κατάρτιση ενός πρακτικού οδικού χάρτη υπηρετεί ακριβώς αυτόν τον σκοπό. Να υπάρξει ένας ευρωπαϊκός οδηγός εφαρμογής του Άρθρου 42.7.  Ένας χάρτης ενεργειών που να καθορίζει πώς ενεργοποιείται η ρήτρα, ποιος υποβάλλει το αίτημα, προς ποιον απευθύνεται, πώς καταγράφεται η ζητούμενη συνδρομή, ποια κράτη μέλη μπορούν να ανταποκριθούν, τι είδους βοήθεια μπορούν να προσφέρουν, ποιες εθνικές διαδικασίες πρέπει να προηγηθούν και ποιος είναι ο πιθανός ρόλος των ευρωπαϊκών θεσμών, αν τους ζητηθεί.

Τι πρέπει να κάνει

Με άλλα λόγια, η Ευρώπη πρέπει να γνωρίζει πριν από την κρίση τι μπορεί και τι πρέπει να κάνει μέσα στην κρίση. Η σημασία αυτής της συζήτησης αποτυπώθηκε και στη συνέχεια που δόθηκε σε θεσμικό επίπεδο.  Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αναγνώρισε την ανάγκη να δοκιμαστεί στην πράξη ο τρόπος λειτουργίας της ρήτρας, επισημαίνοντας ότι πρέπει να είναι σαφές τι συμβαίνει, πότε και ποιος κάνει τι.  Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος Μάνφρεντ Βέμπερ ζήτησε καθαρούς κανόνες για το Άρθρο 42.7, αναφερόμενος στην Κύπρο και αναγνωρίζοντας την πρωτοβουλία του Προέδρου Χριστοδουλίδη να θέσει το θέμα στην ευρωπαϊκή ατζέντα.  Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης επανέφερε κι αυτός την ανάγκη ουσιαστικής αναβάθμισης και ενεργοποίησης της ρήτρας ως βασικού μηχανισμού ευρωπαϊκής αμυντικής αλληλεγγύης.  Αυτές οι παρεμβάσεις δείχνουν ότι η συζήτηση έχει ωριμάσει, ως αποτέλεσμα της κυπριακής πρωτοβουλίας.  Δεν περιορίζεται πλέον σε μια κυπριακή επισήμανση ενός κενού. Εξελίσσεται σε ευρωπαϊκή ανάγκη για θεσμική προετοιμασία και πρακτική εφαρμογή.

Ήδη έχει ξεκινήσει προεργασία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης με την πραγματοποίηση προσομοίωσης με σενάρια εφαρμογής του Άρθρου 42.7. Η προσομοίωση στοχεύει να αναδείξει πρακτικά κενά, επιχειρησιακές δυσκολίες και ζητήματα συντονισμού.

Κείμενα και εισηγήσεις

Ωστόσο, η αρμοδιότητα παραμένει στα κράτη μέλη.  Η συζήτηση πρέπει να συνεχιστεί πολιτικά και θεσμικά, με στόχο να υπάρξει σαφές πλαίσιο, συγκεκριμένη διαδικασία και κοινή κατανόηση του τρόπου εφαρμογής.  Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη καταρτίσει σχετικά κείμενα και εισηγήσεις, με βάση τη νομική ανάλυση του Συμβουλίου, τα διδάγματα από τη γαλλική ενεργοποίηση και τα κενά που αναδείχθηκαν από την πρόσφατη εμπειρία.

Ως Κυπριακή Δημοκρατία, έχουμε πλέον γνώση και πρακτική εμπειρία αρκετών συγκεκριμένων βημάτων που πρέπει να ακολουθηθούν σε διμερές επίπεδο, ταυτόχρονα με αρκετά κράτη μέλη.  Αυτά τα βήματα έχουν καταγραφεί, συνταχθεί και αναδειχθεί.  Η εμπειρία της Κύπρου μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο για μια ολοκληρωμένη και δυναμική ευρωπαϊκή συζήτηση, η οποία πρέπει να παραμείνει ενεργή σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η συζήτηση δεν συνεπάγεται ομοιομορφία. Η ίδια η Συνθήκη αναγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες των κρατών μελών. Κάποια κράτη έχουν ειδικές συνταγματικές διαδικασίες.  Άλλα έχουν κοινοβουλευτικές προϋποθέσεις.  Υπάρχουν κράτη μέλη της ΕΕ που είναι μέλη του ΝΑΤΟ, με δικές τους ρυθμίσεις και διαδικασίες.  Αυτές οι ιδιαιτερότητες είναι εκ των βασικών λόγων που η έγκαιρη προετοιμασία καθίσταται επιτακτική.  Γιατί μόνο όταν γνωρίζεις εκ των προτέρων τις δυνατότητες και την πρόθεση κάθε κράτους, μπορείς να οργανώσεις αποτελεσματική ευρωπαϊκή ανταπόκριση.

Ιδιαίτερης σημασίας

Για την Κυπριακή Δημοκρατία, αυτή η συζήτηση έχει ιδιαίτερη σημασία.  Η Κύπρος είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με συνεχιζόμενη κατοχή μέρους του εδάφους της. Είναι κράτος στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης.  Βρίσκεται σε μια περιοχή πολλών γεωπολιτικών προκλήσεων. Γνωρίζει, περισσότερο από πολλούς, ότι η ασφάλεια δεν είναι αφηρημένη έννοια.  Είναι καθημερινή ευθύνη.  Είναι όρος κυριαρχίας.  Είναι προϋπόθεση σταθερότητας.

Η πρωτοβουλία του Προέδρου Χριστοδουλίδη δείχνει μια Κύπρο που δεν περιμένει απλώς από την Ευρώπη, συμβάλλει στην ευρωπαϊκή συζήτηση, τη συνδιαμορφώνει.  Δεν καταγράφει μόνο κενά.  Προτείνει λύσεις. Δεν περιορίζεται στη γεωγραφία της πρώτης γραμμής.  Μετατρέπει αυτή τη γεωγραφία σε πολιτική εμπειρία χρήσιμη για ολόκληρη την Ένωση.

Η σημασία της κυπριακής πρωτοβουλίας συνδέεται και με τη μεγάλη ευρωπαϊκή συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία. Μια Ευρώπη που θέλει να είναι πιο ισχυρή πρέπει να είναι πιο έτοιμη. Μια Ευρώπη που θέλει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλειά της πρέπει να έχει εργαλεία που λειτουργούν.  Η στρατηγική αυτονομία δεν είναι σύνθημα.  Είναι διαδικασία.  Είναι προετοιμασία.  Είναι θεσμική ωριμότητα.

Επιτυχία της Λευκωσίας

Το γεγονός ότι το ζήτημα επανήλθε στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο και ότι δρομολογείται η κατάρτιση οδικού χάρτη αποτελεί ουσιαστική πολιτική επιτυχία της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Μεταφέρει τη συζήτηση από τη θεωρία στην πράξη.  Δίνει συνέχεια σε μια διάταξη που παρέμενε για χρόνια χωρίς επαρκή επιχειρησιακή επεξεργασία.  Και επιβεβαιώνει ότι η Κύπρος μπορεί να διαμορφώνει ευρωπαϊκή ατζέντα σε ζητήματα που αφορούν την ίδια την αξιοπιστία της Ένωσης.

Η Ένωση θα κριθεί από την ετοιμότητα να εφαρμόσει πλήρως τις υποχρεώσεις και τις δυνατότητές της όταν η συγκυρία το απαιτήσει.  Το Άρθρο 42.7 πρέπει να πάψει να είναι μια πρόνοια με κανονιστική υπόσταση αλλά λειτουργική αδράνεια.  Πρέπει να γίνει εργαλείο ευθύνης και μηχανισμός συνδρομής με πρακτικό αντίκρισμα.

Αυτό είναι το νόημα της κυπριακής πρωτοβουλίας.  Να περάσει η Ευρώπη από τη δήλωση στην προετοιμασία.  Από την πρόνοια στην εφαρμογή.  Από την αδράνεια στην ετοιμότητα.  Και από την υπόσχεση αλληλεγγύης στην έμπρακτη συνδρομή.

Το ζητούμενο δεν είναι ένας ακόμη κύκλος ευρωπαϊκής συζήτησης. Η Κύπρος έθεσε τις παραμέτρους μιας αναγκαίας ωρίμανσης για την ίδια την αυτονομία της Ένωσης.  Η Ευρώπη οφείλει τώρα να δώσει συνέχεια, βάθος και αποτέλεσμα.  Όταν η ανάγκη γίνεται ευθύνη και η ευθύνη γίνεται ετοιμότητα, τότε η Ευρώπη αποδεικνύει την αλήθεια της. Και αυτή η συζήτηση μπορεί να αποτελέσει -ακόμα μια- ουσιαστική παρακαταθήκη της Κυπριακής Προεδρίας.

* Κυβερνητικός Εκπρόσωπος