Η συζήτηση με τον δρ Ούζι Ράμπι, κορυφαίο ειδικό για τη Μέση Ανατολή και το Ιράν, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και διευθυντή του Κέντρου Μοσέ Νταγιάν έγινε μέσα σε κλίμα ασάφειας, λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση Τραμπ για προσωρινή αναστολή της επιχείρησης Project Freedom στα Στενά του Ορμούζ και ενώ υπήρχαν αναφορές για ενδεχόμενο συμφωνίας. Ιδωμένο όμως από τη σκοπιά του καθηγητή Ράμπι, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, η κρίση δεν βρίσκεται σε σημείο αποκλιμάκωσης, αλλά σε μια πολύ επικίνδυνη καμπή.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, λέει, βρίσκεται μπροστά σε δύο μόνο επιλογές: είτε να αποδεχθεί μια αδύναμη και πρόχειρη συμφωνία, που θα επιτρέψει στο ιρανικό καθεστώς να επιβιώσει και να κερδίσει χρόνο, είτε να επιστρέψει στη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Υπό αυτό το πρίσμα, ο καθηγητής θεωρεί ανησυχητικές τις πληροφορίες ότι εξετάζεται ένα σύντομο πλαίσιο συμφωνίας, ενδεχομένως ακόμη και ένα κείμενο μίας σελίδας, όπως ελέχθη, το οποίο θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως ενδιάμεσο στάδιο για την έξοδο από την κρίση. Κατά την εκτίμησή του, ένα τέτοιο κείμενο δεν θα συνιστούσε λύση, αλλά ακριβώς το είδος της διπλωματικής ασάφειας που θα βόλευε την Τεχεράνη.
Και εξηγεί: «Μια συμφωνία μίας σελίδας σημαίνει ότι γράφεις τέσσερα γενικά σημεία και λες πως οι λεπτομέρειες θα ξεκαθαριστούν αργότερα. Αυτό είναι το ιδανικό για τους Ιρανούς». Όπως το θέτει, ο κίνδυνος είναι μια μεγάλη στρατιωτική επιτυχία των ΗΠΑ και του Ισραήλ να καταλήξει σε ασθενές διπλωματικό αποτέλεσμα. «Μια τεράστια στρατιωτική επιτυχία θα μεταφραστεί πολύ φτωχά στη διπλωματία», σημειώνει, βλέποντας σε αυτό μια γνώριμη δυτική αδυναμία απέναντι σε καθεστώτα της Μέσης Ανατολής.
Το βασικό πρόβλημα, εξηγεί, είναι ότι καμία ασαφής συμφωνία δεν απαντά στην ουσία της απειλής. Το καθεστώς θα παραμείνει στη θέση του, το πυρηνικό πρόγραμμα δεν θα εξαφανιστεί και η Τεχεράνη θα συνεχίσει να λειτουργεί με τον χρόνο υπέρ της. «Οι Ιρανοί δεν πρόκειται να φέρουν τα πυρηνικά τους και να τα παραδώσουν στον Τραμπ ή στους Πακιστανούς. Ξέρουν ότι σε δύο χρόνια ο Τραμπ δεν θα είναι εκεί. Εκείνοι πιστεύουν ότι θα είναι εκεί για πάντα», σημειώνει.
Ρίσκο ο αποκλεισμός των Στενών
Στο ερώτημα αν ο Τραμπ μπορεί να χρησιμοποιεί τη διαπραγμάτευση ως τέχνασμα, ώστε να αιφνιδιάσει την Τεχεράνη με νέο στρατιωτικό πλήγμα, αφήνει ένα μικρό περιθώριο, χωρίς όμως να το θεωρεί το πιθανότερο σενάριο. «Αν αύριο δούμε μια μεγάλη στρατιωτική επίθεση, θα πάρω πίσω όσα λέω. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν το βλέπω έτσι», απαντά. Θεωρεί, πάντως, ότι η επιχείρηση Project Freedom, δηλαδή η αμερικανική προσπάθεια να ανοίξει ξανά η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, ξεκίνησε ως σωστή κίνηση, αλλά συνοδεύεται από τεράστιο επιχειρησιακό και πολιτικό ρίσκο.
Το ρίσκο αυτό αφορά πρωτίστως τους χιλιάδες αμάχους που βρίσκονται σε εμπορικά πλοία στην περιοχή. Υπενθυμίζει ότι ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, μίλησε για περίπου 23.000 πολίτες εγκλωβισμένους σε πλοία. «Αν οι Ιρανοί χτυπήσουν ένα, δύο ή τρία πλοία, δεκάδες άνθρωποι μπορεί να σκοτωθούν. Και τότε όλοι θα στραφούν εναντίον του Τραμπ», προειδοποιεί. Γι’ αυτό, εκτιμά, ο Αμερικανός πρόεδρος προσπαθεί ακόμη να διαπιστώσει αν η Τεχεράνη θα υποχωρήσει και θα αποδεχθεί τους όρους του. Ο ίδιος, όμως, δεν το πιστεύει.
«Οι Ιρανοί δεν πρόκειται να του δώσουν αυτό που θέλει», λέει. Για να προσθέσει ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να αναζητά διπλωματική διέξοδο, αλλά το ιρανικό καθεστώς δεν λειτουργεί με την ίδια λογική κόστους και οφέλους που χαρακτηρίζει τις δυτικές κυβερνήσεις. Η Τεχεράνη μπορεί να πιεστεί, μπορεί να δεχθεί πλήγματα, αλλά δύσκολα θα εγκαταλείψει τον πυρήνα της στρατηγικής της.
Το μεγάλο, γενικό του συμπέρασμα είναι απλό και σκληρό: όσο το σημερινό καθεστώς παραμένει στην εξουσία, κανείς στην περιοχή δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής. Ούτε το Ισραήλ, ούτε η Σαουδική Αραβία, ούτε τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ούτε η Ευρώπη. «Αν ο Τραμπ δεν μπορέσει να λύσει αυτό το πρόβλημα, σημαίνει ότι κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το Ιράν. Και τότε πρέπει όλοι να προετοιμαστούν για το χειρότερο», λέει.
Η Ευρώπη, συμπληρώνει, είναι ίσως ο πιο απροετοίμαστος κρίκος αυτής της αλυσίδας. Θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το ιρανικό πρόβλημα με όρους διπλωματικής διαχείρισης, χωρίς να αντιλαμβάνονται την πραγματική φύση της απειλής. «Όταν ίσως το Ιράν αρχίσει να στοχοποιεί την Ευρώπη, τότε οι Ευρωπαίοι θα ξυπνήσουν. Αλλά θα είναι αργά. Η Ευρώπη δεν έχει με τι να αμυνθεί. Και οι Ιρανοί το ξέρουν καλά αυτό», σημειώνει.
Η συζήτηση περνά αναπόφευκτα στα κράτη του Κόλπου, κυρίως στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στη Σαουδική Αραβία. Εκεί, λέει, το ζήτημα δεν είναι μόνο γεωπολιτικό, αλλά και ιστορικό. Η αντιπαλότητα ανάμεσα στους Άραβες και τους Πέρσες, ανάμεσα στους Σουνίτες και τους Σιίτες, δεν είναι πρόσφατη. «Η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα ξέρουν καλύτερα από οποιονδήποτε ποιος είναι ο εχθρός. Πίστευαν ότι, αν στηρίζονταν στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, θα ήταν άτρωτοι. Πήραν το αντίθετο μάθημα», επισημαίνει.
Αποδίδουν οι Συμφωνίες του Αβραάμ
Για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ειδικά, υπογραμμίζει ότι η επιλογή των Συμφωνιών του Αβραάμ αποδεικνύεται στρατηγικά ορθή. «Είναι ένα έξυπνο κράτος. Ξέρει ότι ο εχθρός δεν είναι το Ισραήλ, αλλά το Ιράν. Μπορεί να παρακάμψει τα συνθήματα και τις ανοησίες», λέει. Η φερόμενη ισραηλινή αμυντική συνδρομή προς τα Εμιράτα, με ανάπτυξη συστήματος Iron Dome και Ισραηλινούς χειριστές, δείχνει, κατά τον ίδιο, ότι οι Συμφωνίες του Αβραάμ δεν αποτελούν πλέον απλώς διπλωματικό πλαίσιο εξομάλυνσης. Αρχίζουν να παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα ασφαλείας.
Δεν θεωρεί καθόλου τυχαίο ότι το Ιράν επέλεξε να πλήξει τα ΗΑΕ. «Τα ΗΑΕ είναι κράτος των Συμφωνιών του Αβραάμ και σύμμαχος του Ισραήλ. Για το Ιράν είναι ένας πολύ βολικός στόχος. Έχει σχέσεις και με τον μεγάλο Σατανά και με τον μικρό Σατανά», λέει, χρησιμοποιώντας την κλασική ιρανική ορολογία για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Κατά την ανάλυσή του, η επιλογή του στόχου αποσκοπεί στην τιμωρία των Εμιράτων για τη στρατηγική τους τοποθέτηση και στην αποστολή μηνύματος προς κάθε αραβικό κράτος που σκέφτεται να εμβαθύνει τη συνεργασία του με το Ισραήλ.
Την ίδια ώρα, η αντοχή του Ιράν, ακόμη και μετά τα πλήγματα που δέχθηκε, δημιουργεί, κατά τον ίδιο, ένα δεύτερο, σοβαρό πρόβλημα. Προσφέρει ιδεολογική και επιχειρησιακή ώθηση στο δίκτυο οργανώσεων που στηρίζει η Τεχεράνη. «Αυτό θα ενισχύσει τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και τους άλλους. Θα εμπνευστούν από την ιρανική “αντίσταση”. Στα αραβικά λέγεται μουκάουαμα. Θα πουν ότι απέδειξαν πως είναι η δίκαιη και η ισχυρή πλευρά, επειδή άντεξαν», σημειώνει. Με άλλα λόγια, ακόμη και μια μισή νίκη του Ιράν μπορεί να παρουσιαστεί από τον άξονά του ως στρατηγικός θρίαμβος, προσθέτει.
Εδώ εντοπίζει και τη μεγάλη χαμένη ευκαιρία της Δύσης. Πιστεύει ότι υπήρχε παράθυρο για τη συγκρότηση ενός ευρύτερου διεθνούς συνασπισμού, με στόχο όχι απλώς την αποτροπή, αλλά τη συντριβή της ιρανικής απειλής. «Υπήρχε η δυνατότητα να δημιουργηθεί ένας παγκόσμιος συνασπισμός, να συντριβεί αυτό το καθεστώς και να σωθεί η Μέση Ανατολή. Αντί γι’ αυτό, πήραμε το αντίθετο. Είναι εξαιρετικά απογοητευτικό», λέει.
Το «Εγώ» του Τραμπ, ως… ελπίδα
Για τον Τραμπ, το ζήτημα συνδέεται πλέον και με την προσωπική του υστεροφημία. Αν επιστρέψει με μια συμφωνία τύπου JCPOA —τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν το 2015— ή μια ακόμη χειρότερη, θα κατηγορηθεί ότι ξεκίνησε μια τεράστια επιχείρηση χωρίς τελικό αποτέλεσμα.
«Έχει μόνο δύο χρόνια. Αν φέρει ένα χλωμό κείμενο και πει “νικήσαμε”, πολλοί στην Αμερική και στην Ευρώπη θα πουν ότι απέτυχε. Αυτό πηγαίνει κόντρα στην κληρονομιά που θέλει να αφήσει», εκτιμά. Γι’ αυτό και δεν αποκλείει απότομα, απρόβλεπτα βήματα. «Επειδή είναι ο Τραμπ, δεν θα απέκλεια να πάει μέχρι τέλος. Είναι απρόβλεπτος. Τη μία ώρα λέει ένα πράγμα και την επόμενη το αντίθετο. Πρέπει πάντα να υπολογίζει τη μη ορθολογική και όχι καλά οργανωμένη συμπεριφορά».
Στο εσωτερικό του Ιράν, πάντως, δεν βλέπει άμεση ανατροπή του καθεστώτος, παρά την οικονομική κατάρρευση και τη λαϊκή οργή. «Για να ανατρέψεις ένα καθεστώς χρειάζεσαι αντιπολίτευση, έστω μισοοργανωμένη. Χρειάζεσαι εναλλακτική. Δείξτε μου τον άνθρωπο που μπορεί να αντικαταστήσει το καθεστώς. Χρειάζεσαι επίσης και τις μειοψηφίες έτοιμες να μπουν στο παιχνίδι. Αυτά δεν συμβαίνουν χωρίς βαριά στήριξη από το εξωτερικό», λέει.
Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί την κατάσταση εκρηκτική. «Η κατάσταση είναι κάτω από το μηδέν. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν εκεί». Το σημερινό ιρανικό καθεστώς, λέει, δεν είναι πλέον η θεοκρατία των παλαιών αγιατολάχ. «Δεν μιλάμε πια για αγιατολάχ. Αυτό είναι παρελθόν. Μιλάμε για ανθρώπους του στρατού και των Φρουρών της Επανάστασης. Είναι δογματικοί, ριζοσπαστικοί και νιώθουν άνετα στον πόλεμο». Το πρόβλημά τους, υποστηρίζει, θα φανεί περισσότερο την επόμενη μέρα. «Θα πρέπει να ξαναχτίσουν κράτος και έθνος. Δεν ξέρω πώς θα το κάνουν». Με αυτή την έννοια, εισηγείται πως τα πραγματικά προβλήματα στο Ιράν μπορεί να αρχίσουν όχι στη διάρκεια του πολέμου, αλλά μετά το τέλος του.
Το τελικό του συμπέρασμα είναι ότι η διπλωματία μπορεί να συνεχιστεί, αλλά δεν αρκεί όταν απέναντι βρίσκεται ένα καθεστώς που αντιλαμβάνεται τον συμβιβασμό ως χρόνο για ανασύνταξη. Αν ο Τραμπ επιλέξει μια αδύναμη συμφωνία, η Τεχεράνη θα αγοράσει χρόνο και ο άξονάς της θα παρουσιάσει την επιβίωση ως νίκη. Αν επιλέξει τη σύγκρουση, η περιοχή θα μπει σε νέα, άγνωστη και επικίνδυνη φάση. Σε κάθε περίπτωση, λέει, το βασικό δεδομένο δεν αλλάζει: όσο αυτό το καθεστώς παραμένει στην εξουσία, κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να κοιμάται ήσυχος.
Η Κύπρος, η Ελλάδα και ο κόμβος με το Ισραήλ
Ιδιαίτερο βάρος δίνει στην Ελλάδα και την Κύπρο, τις οποίες θεωρεί μέρος μιας διαφορετικής, πιο σταθερής στρατηγικής εξίσωσης για το Ισραήλ. Στην αναφορά για τη δυσκολία του Ισραήλ αυτή τη στιγμή, αντιτείνει χωρίς δισταγμό: «Το Ισραήλ δεν είναι σε κακή θέση. Η Ευρώπη είναι σε κακή θέση». Η δική του σύσταση προς την Ιερουσαλήμ είναι διπλή: από τη μία να προετοιμάζεται για το χειρότερο απέναντι στο Ιράν και στους συμμάχους του, από την άλλη όμως να μεταφέρει περισσότερη στρατηγική ενέργεια προς τη Μεσόγειο.
Σε αυτό το πλαίσιο, εξηγεί, η Κύπρος και η Ελλάδα δεν εμφανίζονται απλώς ως φιλικές χώρες ή ως χρήσιμοι διπλωματικοί συνομιλητές. Παρουσιάζονται ως φυσικοί εταίροι μιας ευρύτερης μεσογειακής αρχιτεκτονικής, η οποία μπορεί να προσφέρει στο Ισραήλ βάθος, εναλλακτικές και σταθερότητα σε μια περίοδο κατά την οποία η Μέση Ανατολή παραμένει εξαιρετικά ασταθής. «Το Ισραήλ πρέπει να ενθαρρύνει κράτη όπως η Κύπρος και η Ελλάδα να ενισχύσουν τη συνεργασία στη Μεσόγειο, στο αέριο, στο εμπόριο και σε πολλά άλλα πεδία», λέει.

Η αναφορά στο φυσικό αέριο δεν είναι τυχαία. Η ενεργειακή διάσταση της σχέσης Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας, σημειώνει, έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια στρατηγικό βάρος, όχι μόνο επειδή αφορά κοιτάσματα, υποδομές και πιθανές διαδρομές εξαγωγής, αλλά επειδή δημιουργεί ένα πλέγμα κοινών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για τον δρ Ράμπι, αυτή η περιοχή προσφέρει κάτι που σήμερα η υπόλοιπη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να προσφέρει: δυνατότητα θετικής ατζέντας. Δηλαδή, συνεργασίες που δεν καθορίζονται μόνο από πόλεμο, αποτροπή και απειλές, αλλά και από οικονομία, ενέργεια, θαλάσσια ασφάλεια, εμπόριο και τεχνολογία.
Η Κύπρος, τονίζει, μπορεί να λειτουργήσει ως κρίσιμος ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στο Ισραήλ και την Ευρώπη. Δεν έχει το μέγεθος μεγάλης δύναμης, έχει όμως γεωγραφία, ευρωπαϊκή ιδιότητα, εγγύτητα προς το Ισραήλ, αλλά και εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων στην περιοχή. Ο ειδικός προσθέτει ότι, σε μια περίοδο κατά την οποία οι θαλάσσιες οδοί, τα ενεργειακά δίκτυα και η ασφάλεια των υποδομών γίνονται κεντρικά ζητήματα, η κυπριακή θέση αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Για το Ισραήλ, η Κύπρος δεν είναι απλώς γειτονική χώρα. Είναι και ευρωπαϊκός χώρος σε απόσταση αναπνοής από την ισραηλινή ακτή.
Η Ελλάδα, αναφέρει, προσθέτει άλλο βάθος: στρατηγική συνέχεια προς την Ευρώπη, ναυτική παρουσία, επίσης περιφερειακή επιρροή και δυνατότητα συμμετοχής σε σχήματα που ξεπερνούν τη διμερή συνεργασία. Μαζί με την Κύπρο και το Ισραήλ, μπορεί να συγκροτήσει μια μεσογειακή γραμμή συνεννόησης που λειτουργεί ως αντίβαρο τόσο στην ιρανική αποσταθεροποίηση όσο και στην τουρκική πίεση. «Η Μέση Ανατολή δεν προσφέρει τίποτα αυτή τη στιγμή», λέει ο καθηγητής. «Η Μεσόγειος είναι διαφορετική ιστορία. Μπορούμε να χτίσουμε έναν μεγάλο κόμβο από τον οποίο όλοι θα επωφεληθούμε».
Στην ερώτηση τι θα περιλαμβάνει ο κόμβος αυτός, διευκρινίζει ότι σίγουρα δεν είναι μόνο ενεργειακός. Μπορεί, υπογραμμίζει, να αφορά θαλάσσια επιτήρηση, εμπορικές διαδρομές, τεχνολογικές συνεργασίες, κυβερνοασφάλεια, πολιτική προστασία, αεροπορική συνδεσιμότητα και μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων.
Σε μια εποχή κατά την οποία το Ιράν προσπαθεί να εργαλειοποιήσει τα Στενά του Ορμούζ και η Τουρκία επιχειρεί να επιβάλει τους δικούς της όρους στην Ανατολική Μεσόγειο, τονίζει εμφαντικά ο δρ Ράμπι, η σύμπλευση Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδας αποκτά μεγαλύτερη αξία. Δεν είναι συμμαχία εναντίον κάποιου. Είναι σχήμα σταθερότητας σε μια περιοχή όπου αναθεωρητικές δυνάμεις δοκιμάζουν συνεχώς τα όρια.