«… Και σου ‘χα πει, στο γύρο του θανάτου / θα σ’ αγαπώ και πέρα απ’ τη ζωή / θα με σκοτώσεις, αν με προδώσεις / και θα χαθώ στου κόσμου τη βουή…», στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος.

 

Στην μετριοκρατία δεν ανήκε ποτέ ο Λούκας. «Είμαι ο καλύτερος οδηγός στους “γύρους του θανάτου”!», μου έλεγε. Το εννοούσε, υψώνοντας το ανάστημά του εκατοστά δεκάδες από το έδαφος των αγριόχορτων καθώς στεκόταν με τα αθλητικά του παπούτσια στο σκληρόχωμα του χωριού που δεν ήταν ούτε ακριβώς Λευκωσία ούτε Λάρνακα, μα κάπου ενδιάμεσα, περίπου σε ίσες αποστάσεις – χωρίς βουνό, χωρίς θάλασσα. Γινόταν δίμετρος ξαφνικά στα 19 του χρόνια, εμφυτεύοντας στον εαυτό του την πίστη πως ό,τι και να γίνει, όποιο ατύχημα κι’ αν μετατραπεί σε δυστύχημα, η μηχανή, ο χωρίς κράνος «γύρος» που πάταγε επάνω στα φαινομενικά καλά συνδεδεμένα μεταξύ τους βαριά -διπλά και τριπλά στην ένωσή τους- ξύλα, το ανασήκωμα των ώμων στον ήχο της σκληρής ροκ μουσικής που κάπου από το βάθος -μεταδιδόμενη από κάτι παλιά μεγάφωνα- μας ξεκούφαινε, τα χέρια που σήκωνε αφήνοντας μετέωρο το τιμόνι -με ιαχές «πώς γίνεται;», πώς το κάνει;», «θα πέσει;»-, τον καθιστούσαν κάτι σαν νεκροζώντανο σταρ – που θα επιβίωνε! Αλλά, σταρ!

Ο Λούκας καταγόταν από την Χιμάρρα – ανήκε στους ελάχιστους Αλβανούς που ζούσαν στην Κύπρο -τέλη των 90s’- και ο ερχομός του εδώ ήταν περιπετειώδης: Με επίσημα σφραγισμένο διαβατήριο είχε αφήσει για πάντα τα λιθόστρωτα καλντερίμια του χωριού του (που σήμερα είναι από τις πιο τουριστικές πόλεις της Αλβανίας, λόγω των αμφιθεατρικών της κόλπων και των καθαρών της νερών), την Παναγιά την Κασσωπίτρα και την Εκκλησία των Αγίων Σέργιου και Βάκχου που προσκυνούσε, τους συγγενείς και το σπίτι του, και έφτασε με ένα ξεχαρβαλωμένο ΚΤΕΛ στην Ομόνοια· έξω από τυροπιτάδικα κοιμόταν, στην πλατεία, για ένα μήνα μέχρι να ξαναφύγει και να πάει στο Καστελλόριζο – από εκεί, με κρουαζιερόπλοιο, στο οποίο είχε πιάσει μια χαμαλοδουλειά, για Λεμεσό. «Για τους Έλληνες της Αθήνας ήμουν “ο μπάσταρδος ο Αλβανός”, “ο κωλοΑλβανός”, “ο κλέφτης”, ο μπήξας, ο δείξας. Ήμουν Βορειοηπειρώτης, αλλά ήμουν πάντα “ο Αλβανός!”. Κάπως πήγαν να αλλάξουν τα πράγματα με τον Πύρρο και τα άλλα τα παιδιά, αλλά ήξερα πως στη δύσκολη στιγμή θα ξεπεταγόταν εκείνο το σύνθημα που συνέθλιψε κάποτε τον Οδυσσέα Τσενάι που τώρα είναι καθηγητής στο εξωτερικό: “Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ!”. Ρατσισμός; Να σου τρέχει κι από τα μπατζάκια. Στην Κύπρο ήταν κάπως αλλιώς. Ελάχιστοι Αλβανοί ήμασταν εδώ, κι όλοι είχαμε έρθει από σπόντα. Εδώ το “πρόβλημα” ήταν οι Φιλιππινέζες και οι Σριλανκέζες. Είχα βρει πια την ησυχία μου».

 

Μου περιέγραψε μια ιστορία λίγο μελό και τραγική ταυτόχρονα (ένας χωρισμός, ο πατριός που τον έφτυνε και ήταν σπιούνος των συνεργατών του Χότζα, μια φυγή από το σπίτι στα 14 του, λίγοι μήνες με ύπνο σε χωράφια, ο πρώτος του Χειμώνας στην Κύπρο, στην Πέγεια, η πρώτη μεγάλου κυβισμού μηχανή του με χρήματα από τον κόπο του κι από αιματηρές οικονομίες), και στεκόταν πια μπροστά μου στις πραγματικές του διαστάσεις -1.65 ύψος- με ανακατεμένα τα καστανόξανθα μαλλιά του στον ήλιο του Σεπτεμβρίου, χωρίς καμία απάντηση να μπορούσε να μου δώσει στην κοινή απορία (και των υπολοίπων θαμώνων, στο πανηγύρι του Τιμίου Σταυρού των Λυμπιών): «Πώς το κάνεις, λοιπόν;». 

Είχε, μου είπε, μία συγγενική σχέση με τον θάνατο – δεν τον τρόμαζε αν αφορούσε τον ίδιο, τον αποστρεφόταν όμως, σαν χτικιό, στις σπάνιες εκλάμψεις εσωτερικής ευαισθησίας που τον καθιστούσαν με μώλωπες και απτό. «Αν είσαι δειλός θα κάνεις τα πάντα εκτός από το να ξεπεράσεις τη δειλία σου. Πουθενά δεν κωλώνω!». «Γιατί βγάζεις το κράνος σου καθώς αιωρείσαι στο κουβούκλιο;». «Γιατί είμαι φτιαγμένος από τα όριά μου. Δεν θα ξεπεράσω ποτέ αυτό από το οποίο έχω φτιαχτεί», μου έλεγε. 

Συντετριμμένος από την σκληρή πραγματικότητα παιδιόθεν, θεωρούσε πως δεν θα του ήταν εύκολο να συγκρουστεί με την νομοτέλεια όταν του πρότειναν να μπει στην ομάδα των «γύρων του θανάτου» που έκανε βόλτα (μέσα σ’ ένα μεγάλο φορτηγό όλα τα σύνεργα, μεγάλα και μικρά, εξέδρες και εξαρτήματα) στα πανηγύρια της Κύπρου – γι’ αυτό και δεν το απέτρεψε, ως κάτι «της μοίρας γραφτό». «Τίποτα δεν έπαθα. Ποτέ. Αλλά δεν ξέρω αν θα τελειώσω ζωντανός το πρόγραμμά μου στο τέλος – είμαι ο καλύτερος και πρέπει πάντα να ξεπερνώ σε επικινδυνότητα ό,τι οι άλλοι κάνουν. Αυτοί αποφασίζουν, αλλά εγώ εκτελώ!». «Γίνεσαι πιο ευτυχισμένος αναπτύσσοντας ταχύτητες στη δυνατή συμπίεση, μυρίζοντας καμένο λάστιχο και τρομάζοντας τους θεατές;». «Μόνο αυτό μου φέρνει ευτυχία». «Και τι άλλο;». «Ότι φοβούνται για μένα μην πέσω και σκοτωθώ. Αλλά τον εαυτό τους φοβούνται. Μην φοβηθούν από τον φόβο τού να μην αντέξουν να δουν κάποιον να πεθαίνει μπροστά τους». 

 

Στο διάλειμμά του, τρώγοντας από την καντίνα του πανηγυριού σάντουιτς ρόστο-χαλούμι-ντομάτα, μου έλεγε πως θέλει να κάνει πολλά παιδιά. Κάποια στιγμή. Και να γυρίσει στη Χιμάρρα να δει τι έγιναν κάτι χωράφια που είχε η οικογένειά του και που μάλλον πια θα καταπατήθηκαν από τους developers της εκεί ανάπτυξης. Φίλησε το σταυρό που φορούσε στο λαιμό του – «μεγάλη η χάρη Του, η μέρα του είναι, Τον πιστεύω». Μετά γέλασε. «Σάμπως θα τα μεγάλωνα ποτέ ο ίδιος τα παιδιά μου; Πώς μεγάλωσα εγώ; Μόνα τους και μετά, μούλικα ακόμη, μέσα στο “γύρο”, ισότιμοι συμπαίκτες στην κομμένη εξάτμιση». «Αυτό είναι δυστυχία!». «Την ευτυχία την βλέπεις μόνο στις ρεκλάμες της τηλεόρασης για πλυντήρια και μαρμελάδες, από κάτι αργόσχολους “προφήτες” που δεν θέλουν να κατανοήσουν τις εργοστασιακές ρυθμίσεις ενός χαρακτήρα και πως αυτός δεν αλλάζει – ή είσαι μελαγχολικός ή είσαι χαρωπός, τελεία. Χέσε με κι εσύ με την “ευτυχία”!». 

Πέρασαν καμιά τριανταριά χρόνια από τότε. Λογικά ο «γύρος του θανάτου» θα έχει καταργηθεί πια – πουθενά δεν τον βλέπω. Δεν ξέρω τι κάνει στη ζωή του ο Λούκας -αν ακόμα ζει!- τι αντικατέστησε το πληρωμένο του με τέσσερεις λίρες «παιχνίδι», το μετέωρο μεταξύ γης και ουρανού, πέντε φορές τη βραδιά, τρεις μέρες συνεχόμενες και μετά σε άλλο χωριό, στήσιμο ξεστήσιμο. «Έχω το ρόλο μου, τον συγκεκριμένο. Θα τιμήσω τα λεφτά σου για να ξανάρθεις. Έτσι πάει». «Όταν είσαι πάνω στη μηχανή, χωρίς κράνος, όταν αναπτύσσεις ταχύτητα μεταξύ πατώματος, θεατών και οροφής, τι σκέφτεσαι;». «Τίποτα. Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Απλώς πατάω γκάζι».

Φωτογραφία: Βασίλης Μακρής (Lifo). Η ιστορία δεν αναφέρεται στους φωτογραφιζόμενους. 

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 6.9.2022.