Νέφη Ιωαννίδου, Ανεμόεσσα Αιμάσσουσα ιδιωτική έκδοση, 2022
Η πρόσφατη έκδοση της ποιητικής συλλογής της Νέφης Ιωαννίδου, σε φιλοτέχνηση εξωφύλλου από τον Νίκο Νικολάου-Χατζημιχαήλ, αποτυπώνει την πολυφωνική ιστορία και την πολυκύμαντη δύστηνη μοίρα της πατρίδας της σε όλους τους τόνους του ερωτισμού και τους ελεγειακούς στόνους της οδύνης. Εξ ου και επιγράφει με ποιητόμορφους όρους την πρώτη ενότητα: «Αλγεινό/ Το Άχθος/ Του ψυχικού Άλγους/ Του Έσω Εαυτού».
Με αυτόν ακριβώς τον αλγεινό θεό, τον πλανερό και πλάνητα, τον επίπονο και επίμονο, πρωτοσυναντάται στη γενέτειρά της την Πάφο, και εμπνευσμένη από το εμβληματικό αγαλματίδιο του Κοιμωμένου Έρωτος στην ομώνυμη κεντρική πλατεία της πόλης συνομιλεί στην αρχική σελίδα, οιονεί προανάκρουσμα της συλλογής. Οι στίχοι στο ποίημά της «Έρωτα» σε συνειρμική συνήχηση με το γνωστό χορικό της Σοφόκλειας Αντιγόνης: «Νυχτοπερπατητή, Ακατανίκητε/ στο ανίκητό σου θριαμβολογείς επάνω/ τον νου μάς παίρνεις/ Ανίκητη Πλάνη!// Αήττητος περιπλανάσαι/ στου μυαλού τις θύμησες!».
Ο Έρωτας όμως δεν είναι μόνο «Νυχτοπερπατητής» είτε γιος του Πόρου και της Πενίας, κατά το Πλατωνικό Συμπόσιο, μα και φτερωτός, καθώς εμφωλεύει στον «Έσω Εαυτό» της Ανεμόεσσας, υψιπέτιδος και υψιπετούς, των ανεμόδαρτων μετεωρισμών και των προδιαγραφόμενων πτώσεων, «της πτήσεως στο κενό» και της «εναέριας καταδίωξης», με τα δύο ομότιτλα ποιήματα να συνιστούν επάλληλους κύκλους εμπειρικών εξομολογήσεων και βιωματικών απολογισμών.
Εύηχες εικόνες και εικονοπλαστικοί ήχοι διαπνέουν τους ολιγοσύλλαβους ρυθμούς στις τέσσερεις τρίστιχες και τετράστιχες στροφές και των δύο ποιημάτων. Δεν είναι τυχαίο που το δεύτερο, με τον υπότιτλο «SOS», επέλεξε να μελοποιήσει η Βιολέτα Κακομανώλη, σε ποιητική συγχορδία και μουσική υπόκρουση με ένα άλλο επίσης αυτοαναφορικό ποίημα, του οποίου η ακροτελεύτια αποφθεγματική στροφή αντιπαραθέτει την Αγάπη στον Έρωτα: «Στης Αγάπης/ το Πορφυρό/ και όχι/ στων Ερώτων/ τα Αίματα».
Αυτά και τα άλλα ποιήματα της ενότητας δονούνται από ζωηρούς κυματισμούς και αισθησιακές εξάρσεις ερωτικού οίστρου, παραστατικοποιώντας με γοργούς ασθματικούς βηματισμούς ολιγόλεξων λακωνικών στίχων αλλά και μακρόπνοων σημάνσεων φυσικά, μουσικά και εικαστικά τοπία. Μέσα από σκηνικούς συμβολισμούς, πρωτεϊκές μεταπλάσεις λογοτεχνικών σχημάτων, όπως εύστοχων παρηχήσεων, κατά τα Ομηρικά αρχέτυπα, ευφάνταστες οι αλληγορικές εικόνες των δρώμενων και των βαθύτερων νοημάτων.
Από «Θάλασσες Αυτόχθονες» και «Πέτρες Αυτόχθονες» σε «οφθαλμάτες αντικατοπτρισμών» «Στην άκρη στο ποτάμι» και «Στα όρια των ρευμάτων» έως την ακριτική «Λεμύθου» των πατρογονικών καταβολών και της αγαπητικής εντοπιότητας, όπου αναπλάθει τη «Ρήγαινα Πέτρα», συλλαβίζοντας με εναρμόνιους φθόγγους και ψελλίζοντας αρμονικά φθογγόσημα το τρισύλλαβο όνομά της. Αυτός «ο κόσμος ο μικρός ο μέγας», κατά τον Ελύτη, της κυπριακής υπαίθρου φωτίζει με ακριβολογικές και συνεκδοχικές αναφορές την ποιητική γραφή, καθώς, ανατρέχοντας στον Εθνικό μας Ποιητή «από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες.».
Η δεύτερη ενότητα, υπό τον τίτλο «Γείωση», σκιαγραφεί στην επικράτεια αγαπημένων τόπων της Κύπριδας γης την παντοδυναμία της φύσης και περιγράφει με αρχαιοπρεπή εμβάθυνση και περιβαλλοντική νοηματοδότηση την πανδαισία της άγριας ομορφιάς της. Ανασκάπτοντας ακόμη «πετρωμένες μνήμες», ανασταίνει ριζιμιούς ανθρώπους, που εγκατοικούν ως «ζωοδότρες ρίζες» στα προγονικά ορεινά χώματα. Η ανάβασή τους στις κορυφογραμμές της Αρχοντιάς και της Αθανασίας αντιπαραβάλλει τη δική μας κατάπτωση των ηθών. Τραγική η απώλεια αλλά και ευπόθητη η συνέχιση της οδοιπορίας επί τα ίχνη των απαράγραπτων παραδόσεών μας, σύμφωνα με την προτρεπτική υπόμνηση: «Στα Αγιοτόπια, εμείς, ορφανεμένοι –/ στα χνάρια τους πατώντας.».
Βαριά και ασήκωτη η αυλαία της τρίτης ενότητας της συλλογής, που επιγράφεται «Ακαριαία Έλξη», καθότι ανεπούλωτο το τραύμα της τουρκοκατοχής. Ανεμόεσσα και αιμάσσουσα η ποιήτρια αλλά και ευήκοη φωνήεσσα, απόγονος της Ομηρικής Κύπριδος και της Ησιόδειας Κυπρογένειας κομίζει το μήνυμα του Ακρίτα και της Αναδυομένης, διασαλπίζοντας από τις επάλξεις του χρέους προς την πατρίδα το κέλευσμα του Πενταδάκτυλου.
Ας το ενωτιστούμε με την επίκληση της αείζωης μνήμης και της καρδιάς την ανακτημένη πίστη, αποκωδικοποιώντας το ποίημα «Κυπρογενείας Μύθος και Θρύλος Βυζαντινός»: «Με τα Πέντε Δάκτυλα άδραξε, Διγενή/ της Κύπριδος τα βράχια, απ’ τους Πυλώνες/ του Αφρού/ της Πέτρας που επάνω της χάραξες το όνομά σου, Ρωμιέ/ Ακρίτα, στης Ανδυόμενης Αφροδίτης/ Φορές Τρεις τα νερά του Βράχου Της/ λαμνοκόπησε/ δρασκέλισε τα απάτητα από Τούρκου πόδι/ Βουνά μας/ πάτησε τον Πενταδάκτυλό Σου πάλι/ άραξε στην τουρκοπατημένη Θαλασσόφιλητη Κερύνεια!/ Εκεί απίθωσε το Όστρακο της Ακραίας/ Ανάγλυφα τα Βράχια της Εναλίας-Ποντίας/ ανάπλασε τον Φτερωτό Έρωτα της Ποτνίας!».
