«Η μοίρα φέρνει στους ανθρώπους κακά, μα και καλά μαζί. Γιατί απ’ τα δώρα και τις κατάρες των θεών, οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεφύγουν», Σόλωνας.
Πάντα πιστεύεις πως εσύ αποφασίζεις. Μα το πεπρωμένο έχει ήδη πλέξει τον ιστό του γύρω από τα γεγονότα, τους στόχους, την κατάσταση, τον πόθο ή τις πράξεις που συνέβησαν ερήμην σου. Συνήθως, όμως, φανερά σου. «Άλλα πασχίζει ο άνθρωπος κι’ άλλα του φέρνει η μοίρα», είπε και μου έριξε τα χαρτιά. Κι’ είδα τα πρόσωπα τα αναποδογυρισμένα να κοιτούν εμένα απ’ την άλλη, «όπως ο ρήγας, ο βαλές κι’ η ντάμα, ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια», που λέει κι’ ο Χαραλαμπίδης. Με προειδοποίησε, ανακάτεψε πάλι την τράπουλα, είδε το «κακό» που έρχεται, τον βασιλιά κρεμασμένο ανάποδα, μια κούπα που σήμαινε κάτι, έναν ζογκλέρ που έπαιζε με μπάλες. «Να φτιάξουμε καφέ!», είπε αναστατωμένη.
Στάθηκα πάνω από το μπρίκι της και ανακάτευα αργά αργά χωρίς να μιλώ, κάτι μου είπε να σκέφτομαι, κάτι που να με απασχολεί έντονα. Μα, τίποτα δεν μου ‘τρωγε τα σωθικά: Το 2023 φαινόταν όμορφο από τη γέννησή του, όλα ήταν συγυρισμένα στο μπαούλο, στρωμένα, σιδερωμένα, διπλωμένα, αρωματισμένα, όλα τα κακά μου ήταν τα λιγότερο κακά του κόσμου που με περιτριγυρίζει – δεν έχεις αρρώστια ούτε θάνατο, πρόβλημα δεν έχεις. Αλλά να βρω έπρεπε κάτι. Σκέφτηκα το hamster που είχα παιδί. «Τι να ‘γινε το hamster;». Θυμήθηκα τη μέρα που άνοιξα το κλουβί, το τράβηξα απ’ την ουρά του και το έβγαλα στο μπαλκόνι. «Τα ποντίκια δεν πεθαίνουν», μου ‘χε πει η δασκάλα μου στο δημοτικό – πεθαμένη ήδη πια εκείνη. «Ούτε από μεγάλο ύψος;». «Είναι σαν λάστιχο». «Σήμερα θα απελευθερωθείς!», του είπα και το έσπρωξα από το μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου, ώστε να πέσει στο ισόγειο. Σαν πείραμα. Πράγματι, επέζησε. Τι χαρά!
Έτσι με βρήκε κι’ εκείνη πριν τα μελλούμενα γίνουν γεγονότα: Χαμογελώντας. «Τον τελείωσες τον καφέ;». Ξεκίνησα κιόλας να τον πίνω. Το στόμα μου δημιουργούσε ήδη δρόμους, άνοιγε ποτάμια, έφτιαχνε γέφυρες, έκανε μπουρμπουλήθρες, δημιουργούσε ζιγκ ζαγκ μονοπάτια – ποιος ξέρει ποιο ήταν καλό, ποιο το κακό, ποιο το ενδιάμεσο; «Εξωτερικό βλέπω. Και μεγάλη αλλαγή. Είναι άρρωστος κάποιος δικός σου;». Τα δάχτυλά της περιέφεραν το φλιτζάνι σαν σβούρα, πάνω κάτω, λίγο πιο ψηλά, πιο χαμηλά, μέχρι που «είδε» τη λακούβα: «Εδώ είμαστε. Καρδιά βλέπω. Μια καρδιά!». Ωχ!
«Ο κάθε έρωτας πρέπει να ‘χει την υποψία ενός μεγάλου», είχε πει ο Χατζιδάκις. Σα να μην πιάνεις τέρμα ή σαν αυτό που ζεις να πρέπει να το αναπληρώνει το άλλο, το κάπως άπιαστο και λιγάκι ιδανικό που δεν κατέκτησες – μα υπάρχει! Σα να μην ριζώνεις ποτέ, μάταια και σκόνη όλα, απόνερα πάντα της αγάπης: Διεκδίκηση, ζήλια, καβγάδες, μικροχωρισμοί, κλάματα, γρατζουνιές, κανά δυο χαστούκια και πόνος – όλα είναι πόνος στο τέλος. Μεγαλώνοντας, βέβαια, σταματάς να πιστεύεις στον έρωτα – αυτά τα πράγματα είναι για τους κάτω των 50 (και πολλά λέω), ή γι’ αυτούς που είναι ακόμη αθώοι, ή αφελείς, ή ανεπαρκείς. Οι πλείστοι είναι πλέον υποψιασμένοι, είναι όλα τακτοποιημένα, προϊδεασμένα, ξέρεις αρχή-μέση-ενδιάμεσο-θάνατο – έκπληξη καμία. Μου το ‘χουν πει και οι ωραιότερες γυναίκες σταρς -κι έχω μάθει να εμπιστεύομαι την σοφία του χορτάτου- η Καραγιάννη, η Χρονοπούλου, η Σπεράντζα: «Δεν θα γίνουμε γελοίες. Οι έρωτες θέλουν νιάτα! Τέρμα, λοιπόν, αυτό το έργο».
«Λοιπόν, μέσα στο 2023 υπάρχει ένα μελαχρινό νεανικό κεφάλι που σε περιτριγυρίζει», κατέληξε. «Και πως θα γλιτώσω απ’ αυτό το μέγα κακό, το μαύρο ριζικό της μοίρας, μάντη Κάλχα;», τη ρώτησα ξεπατικώνοντας από μνήμης τη μετάφραση του Χειμωνά στο αρχαίο κείμενο. Δεν πολυκατάλαβε. «Αλλά δεν βλέπω μακροημέρευση. Όσο πάει. Έτσι ειν’ αυτά τα πράγματα». «Κι’ όσο τραβηχτούν τα σπλάχνα, κι’ όσο κρατηθούν τα δάκρυα που έρχονται στεγνά μέχρι τα χείλη, κι’ όσο η αυτοκαταστροφή ριζώσει τα ίχνη της στη γη», της απάντησα μ’ ένα ποίημα.
«Τι ζώδιό είσαι;», με ρώτησε αναστατωμένη. «Αιγόκερως», απάντησα. «“Το μοναδικό ζώδιο που είναι ικανό για το καλύτερο και το χειρότερο. Ταυτόχρονα”. Ούτε αυτό είναι δικό μου. Η Σώτη μου το είπε. Στο σπίτι της, στα Εξάρχεια, ένα πρωινό Σαββάτου. Εκεί που γράφει τα βιβλία της. Που το πιστεύει και το ‘κανε μικρό τατουάζ στο λαιμό της για να προσδιορίζει τη μοίρα. Και το γραμμένο μέλλον του οποίου είμαστε όλοι υποτελείς…». «Μην μπλέξεις…», συνέχισε ατάραχη. «Κατάρα θα ‘ναι. Χάλια και κομμάτια. Τίποτα υγιές στον έρωτα, αλλιώς αν αυτό που ζεις είναι υγιές τότε μάναμου δεν είναι έρωτας το πρόσωπο, είναι φίλος ή αγάπη· έρωτας ίσον βάσανα και οδυρμοί – νόμος. Εσύ ξέρεις, αλλά το γραμμένο είν’ γραμμένο, το βλέπω που σου ‘ρχεται, να την καρδιά, την ολοστρόγγυλη και κουτσουρεμένη – την βλέπεις την καρδιά στην άκρη, στο χερούλι του φλιτζανιού;» και δεν σήκωνε άλλη κουβέντα η προφήτισσα των τουρκογειτονιών της Λάρνακας που η φήμη της έφτασε ως τη Λευκωσία για τις ασφαλείς της προβλέψεις.
«Θάνατο βλέπεις;», της είπα στο τέλος. «Από όσα σου είπα ως τώρα, ποιον θάνατο εννοείς;», είπε διφορούμενα – αλλά απολύτως σοφά μέσα στην λαϊκότητά της. «Το κισιμέτι δε βουλά, τ’ ασήμι δε σκουριαίνει, κι ό,τι ’ν’ απ’ το Θεό γραφτό, οπίσω δε γιαγέρνει», κατέληξε, έπλυνε το φλιτζάνι στον νεροχύτη εξαφανίζοντας μονομιάς τις κουκίδες και τις γραμμούλες που ήταν οι δρόμοι μου κι η ζωή μου όλη η φευγάτη, και ξέστρωσε γρήγορα το τραπέζι.
Ελεύθερα, 12.3.2023