Μικρασιατικαί Αναμνήσεις. Με την πένα του Παντελή Καψή (1880-1963). Έρευνα-Επιμέλεια έκδοσης. Δημήτριος Κανελόπουλος & Ιωάννης Μιχαλακόπουλος, Εκδόσεις Λογό-Τυπο, 2022

Εξόχως ενδιαφέρουσα η συναγωγή των 48 κειμένων, που ήλθε στο φως το περσινό επετειακό έτος με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή και που πιστώνεται στην ακαταπόνητη έρευνα και την άρτια επιμέλεια των Δημήτρη Κανελλόπουλου και Ιωάννη Μιχαλακόπουλου. Η έκδοση αποτίει φόρο τιμής τόσο στην αείζωη μνήμη του Μικρασιατικού Ελληνισμού όσο και του Μικρασιάτη μεγάλου δασκάλου της δημοσιογραφίας Παντελή Καψή, με την αριστοτεχνική πένα του οποίου υπογράφονται οι «Μικρασιατικαί Αναμνήσεις», σύμφωνα με τον υπέρτιτλο μιας σειράς λογοτεχνικών αφηγηματικών άρθρων, δημοσιευμένων στην Αθηναϊκή εφημερίδα «Εμπρός» μεταξύ 1948 και 1950. Προφανώς το συγκεντρωτικό τομίδιο των 250 σελίδων επεκτείνει ως προστιθέμενη αξία την έντυπη εργογραφία του κορυφαίου δημοσιογράφου της αρχέγονης ελληνικής γης της Ιωνίας ύστερα από το βιβλίο «Ένας Γκρέκο από τον Τσεσμέ», που εκδόθηκε το 2005 και που περιλαμβάνει άλλες συγκινητικές του «αναμνήσεις» με επιμέλεια του γιου του Γιάννη Καψή, πολυγραφότατου και Μικρασιαλόγου επίσης συγγραφέως.

Οι αξιέπαινοι επιμελητές της παρούσας ανθολόγησης, που τη συναρθρώνουν κατά τα περιεχόμενα σε πέντε ενότητες και αποτιμώντας τις πολυσχιδείς αρετές της σαγηνευτικής της γραφίδας, επισημαίνουν μεταξύ άλλων σημαντικών στον πρόλογο: «Ο Παντελής Ι. Καψής δεν μένει στην επιφάνεια των γεγονότων και δεν τα προβάλλει μονόπλευρα, επηρεασμένος από τα πολιτικά πάθη. Με λόγο σαφή, γοητευτικό, δημοσιογραφικό αλλά και ταυτόχρονα λογοτεχνικό, καταφέρνει να μας δώσει με ενάργεια και πληρότητα όσα συνέβαιναν στη Σμύρνη αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Με τρόπο ξεχωριστό, με γλαφυρό ύφος που δεν φτάνει στην υπερβολή, με συναρπαστική και ρέουσα αφήγηση, μας δίνει λεπτομερείς περιγραφές της Σμύρνης αλλά και της ενδοχώρας, όπως μόνο αυτός γνωρίζει. Νοσταλγεί, πονάει, λαχταρά την επιστροφή, αγωνίζεται να διατηρήσει στον χρόνο όσα βίωσε στις πάμπολλες δημοσιογραφικές του αποστολές.».

Και είναι πράγματι επίζηλος ο άθλος να αποτυπώνει με την απαράμιλλη σφραγίδα του μετά από μισό σχεδόν αιώνα ζωντανές μνήμες και παραστατικές αναμνήσεις, ενδελεχείς μαρτυρίες και πληθωρικές καταγραφές, αναβιώνοντας περιηγήσεις αγαπημένων τόπων, καθημερινά και εορταστικά δρώμενα με τα ήθη και τα έθιμα των Ρωμιών στη Σμύρνη και τα προάστειά της, τις περιώνυμες σχολές και εκκλησίες, τις ψυχαγωγικές και πολιτισμικές εκδηλώσεις, προσέτι ιστορικές μορφές που πρωτοστάτησαν στα πολικοστρατιωτικά γεγονότα από τις παραμονές του πολέμου έως τις εκστρατευτικές προελάσεις ίσαμε την Αλμυρά Έρημο μέχρι και τη μεγαλύτερη τραγωδία της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας.

Από το φάσμα αυτό των πολυπρισματικών αφηγήσεων και των ποικιλότροπων πληροφοριακών αναφορών επιχειρώ να σταχυολογήσω ενδεικτικά αποσπάσματα της καλλιεπούς γραφής του Καψή, της θελκτικής αμεσότητας του λόγου και των διεισδυτικών του θεματικών προσεγγίσεων, καθώς, σύμφωνα με τους ανθολόγους-επιμελητές μάς ταξιδεύουν στον χώρο και τον χρόνο. Από τις «Περιηγήσεις στην Μικρασία» της πρώτης ενότητας επιλέγουμε να σταθμεύσουμε κατ’ αρχήν στο Κορδελλιό: «Θαύμα θαυμάτων ήταν η παραλία του Κορδελλιού τις βραδυνές ώρες. Την ώρα που γύριζαν από τη Σμύρνη οι… χωρικοί. Καθώς, όπως είπαμε και άλλοτε, οι Σμυρνιοί ήσαν μερακλήδες του ούζου. Μόλις βγαίνανε από το βαποράκι, διάλεγαν ένα κέντρον και μαζί με τις οικογένειές των κάθονταν για να πιουν μερικά καραφάκια τσίπουρου και να καταβροχθίσουν για μεζέ κάμποσες ντουζίνες από κείνες τις περίφημες γαρίδες του Κορδελλιού.». Στη δεύτερη ενότητα συμμετέχουμε στον πανηγυρισμό της εθνικής επετείου: «Εις την Σμύρνην, την αλησμόνητη και νοσταλγική Σμύρνη, η 25η Μαρτίου επανηγυρίζετο όσον εις ουδέν άλλο μέρος του ελληνικού κόσμου. […] Και μετά την Δοξολογίαν, ο μεγάλος μας Δεσπότης, ο εθνομάρτυς Χρυσόστομος, ανέβαινε εις το Πλατύσκαλο του μητροπολιτικού μεγάρου και από εκεί αφού ευλογούσε τα πλήθη, άρχιζε ύστερα με την μελίρρυτο γλώσσα του να ομιλή προς τα συγκεντρωμένα πλήθη περί του έργου των ηρώων της Επαναστάσεως του 1821.».

Τα κείμενα των επομένων δύο ενοτήτων ανατέμνουν τα συγκλονιστικά συμβεβηκότα, σκιαγραφώντας ιδίως τις ενέργειες των αυτουργών που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή. Στην τελευταία ενότητα η ακροτελεύτια σελίδα του άρθρου υπό τον ακριβολογικό και αλληγορικό τίτλο «Ο θρήνος των αλόγων» γράφει τον επίλογο με τους δραματικότερους τόνους: «[…] Οι Εύζωνοι ρίπτουν τας τελευταίας των βολάς. Τα πτωχά ζώα κυλίονται αιμόφυρτα επί του εδάφους και πριν εκπνεύσουν εκπέμπουν σπαρακτικές οιμωγές, κραυγές που εσπάραζαν τις ψυχές μας, γιατί ωμοίαζαν με έναν ανείπωτο, με έναν απερίγραπτον εξωτικόν θρήνο! Ήταν ένα μοιρολόι, ήταν ο θρήνος των Αλόγων διά τον θάνατον της Μικρασιατικής Ελλάδος.».