Χρίστος Ρωμάνος, Το συμπόσιο (εξέλιξη και πολιτεία) στην 5η Διάσταση, Εκδ. Σχοινοβάτης, 2021
Ο Χρίστος Ρωμάνος οικοδομεί τον λόγο του, ποιητικό και αφηγηματικό, στα θεμέλια του φιλοσοφικού στοχασμού, όπως καταδεικνύεται τόσο μέσα από την τετραλογία των προηγούμενων ποιητικών του συλλογών όσο και στο παρόν πολυσέλιδο έργο του. Η ευπαίδευτη φιλοσοφούσα βαθύνοια της γραφής του συνιστά διαδραστική λειτουργική σύνθεση ποιητικής έμπνευσης και εικαστικής εκφραστικής σύλληψης με τη συνειρμική ανάκληση της μουσικής, του χορού και προσέτι της αρχαιοελληνικής δραματουργίας. Μια διαλεκτική μέθεξη με όρους ολιστικής ευρηματικής προσέγγισης και έντεχνης δημιουργικής συνέργειας, που απηχεί την πολυσχιδή σκευή του ποιητή, όπως και το ανθρωποκεντρικό αισθητήριο ποικιλότροπης αναγνωστικής πρόσληψης.
Εξ ου και στο «εμπιστευτικό» σημείωμα του εισαγωγικού φερώνυμου ποιήματος εξηγεί: «Η ψυχή μου,/ άτμητα εικονικά,/ μεταποιείται/ σε λέξεις και κενά·/ αναζητώ καινούργιες δομές·». Στις πρώτες σελίδες της πολυειδούς αξιόλογης έκδοσης παρουσιάζονται 15 έντιτλες καλλιτεχνικές του συνθέσεις από αντικείμενα οικολογικών και άλλων υλικών, παλιές και σύγχρονες συσκευές, χρηστικά ή διακοσμητικά δοχεία, εγχαράξεις και πυρογραφίες σε ξύλο, που συνοδεύονται από τιτλοφορούμενα έργα παλαιότερων και νεότερων μεγάλων συνθετών, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής δισκογραφίας. Ενδεικτικά παραδείγματα οι αλληγορικές του συνθέσεις «Νεάνθρωποι» με προτεινόμενη μουσική υπόκρουση τη «Μυθωδία» του Παπαθανασίου και «Στον ορίζοντα μιας μαύρης τρύπας» με την «Ορέστεια» του Ξενάκη και τις «Εσπέρες» του Ραχμάνινοφ. Για τούτο και στην προμετωπίδα της αφιέρωσης «Στον αναγνώστη-θεατή», θα μπορούσε να προστεθεί και στον «ακροατή».
Ακολουθεί η αριστοτεχνική θεατρική του σύνθεση «Το Συμπόσιο», όπου μας οδηγεί «Στ’ αχνάρια της 5ης Διάστασης», ήτοι το παντοτινό τώρα που ενοποιεί τις τρεις μορφές του γραμμικού χρόνου, διατηρώντας ωστόσο τα γνώριμα χαρακτηριστικά τους, όπως προλογικά μεταξύ άλλων αναφέρει. Χώρος του «συμποσίου», που παραπέμπει στον ομώνυμο Πλατωνικό διάλογο, είναι ο συλημένος από τους Τούρκους βυζαντινός ναός του Αντιφωνητή στους πρόποδες του γραφικού βουνού της Κερύνειας. Συμποσίαρχοι ο Πλάτωνας, που οραματίζεται την ίδρυση «πολιτείας» και ο Μακρυγιάννης «χωριού», ο Αριστοφάνης ορίζεται συντονιστής, ενώ η κορυφαία εξαγγέλλει εκ περιτροπής τους υπό διάφορες ετερόκλητες ιδιότητες συμποσιαστές-ομιλητές από την αρχαία, τη βυζαντινή και τη σύγχρονη εποχή ως ακολούθως: Μήδεια, Κόριννα, Ηράκλειτος, Άννα Κομνηνή, Περικλής, Σαββίνα Ρωμάνου, Δημόκριτος, Γαλάτεια Σαράντη, Θεόδωρος Μανωλίδης, Θεοδώρα, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Φιγενού, Θόδωρος Αγγελόπουλος. Από τις ερμηνευτικές αποτιμήσεις τού συγγραφέως στις απόψεις και τις ιδέες των συμποσιαστών σταχυολογούμε και πάλι ενδεικτικώς: Το παράλογο, θα αποφανθεί εδώ ο Δημόκριτος, διέπει τη ζωή, όμως ο άνθρωπος τη νοηματοδοτεί, νομοθετώντας τη συνείδησή του να μην πράττει το ανεπίτρεπτο κακό. Η Φιγενού από τη Λάπηθο, που ενσαρκώνει την αυθεντικότητα της λαϊκής ψυχής και την εντοπιότητα της φωνής της, διαμηνύει με μεταφορική έμφαση την αιτία των δεινών του Κυπριακού λαού: «Αν είχαμεν νουν έν θα επαθαίναμεν όσα επάθαμεν. Ο Θεός έδωκεν μας νουν, αλλά ούτε τον ετσαππίσαμεν ούτε τον εξηχορτίσαμεν. Εθωρούσαμε μόνον ώς τη μούττη μας· εκάμναμεν τζιαι τους πολλύξερους.». Και ο Αγγελόπουλος ο μεγάλος «ποιητής» του ελληνικού και οικουμενικού κινηματογραφικού πνεύματος θα μιλήσει για την κοινωνία των νεανθρώπων και τη συλλογική τους συνείδηση σε έναν συμπαντικό χωρίς σύνορα χώρο.
Στην εκτενή ενότητα που επιγράφεται «Σε στίχους η εξέλιξη» ο Ρωμάνος αποτυπώνει την ποιητική προβληματική του σε σχέση με τον άνθρωπο του παρόντος και του μέλλοντος, τη μεταλλαγή των ορίων του από τον βιότοπο σε ένα μεταβιολογικό στάδιο και τα διαπλανητικά ταξίδια εν όψει της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και τα διλήμματα στη μεταβατική υποκατάσταση των οικείων συμβατικών συνθηκών της ζωής. Τραγικό το διακύβευμα στο ποίημα «Η εξέλιξη των ανθρώπων ΙΙ»: «Πώς όμως ν’ αρνηθώ/ τη βιολογική μου ύπαρξη;/ Πρόσωπα αγαπητά,/ τις ευχάριστες στιγμές,/ το χωριάτικο ψωμί,/ τ’ αγιασμένο νερό,/ το θέατρο, τη μουσική,/ τη γεύση της δημιουργίας/ το αρχαϊκό μειδίαμα;/ Πώς ν’ αντικαταστήσω/ τ’ ανθρώπινο/ με προγραμματισμένες,/ ηλεκτρονικές αντιδράσεις;». Αλλά και στο ποίημα «Θρύψαλα ΙΙ» αποφθεγματικές οι σκέψεις του για τον νοήμονα λόγο στον Πλατωνικό «Κρατύλο», τη λειτουργία της μνήμης στους εγκεφαλικούς ιπποκάμπους σε υποδήλωση της 5ης Διάστασης και την επινοητική ανθρώπινη δημιουργικότητα: «Οι άνθρωποι/ μέσα από τα θρύψαλα/ ανοικοδομούν/ μηχανισμούς στο σύμπαν.».
Στη συνοπτική ενότητα «Χοροί» ανώνυμοι οι χορευτές δημιουργούν χορογραφίες από την πλειάδα των ποιημάτων και μουσικές επιλογές από έργα συνθετών. Συγκινητικές οι δύο «χορευτικές» συνθέσεις. Το ακροτελεύτιο σατιρικό «Ταξίδι στη Σελήνη» στο κυπριακό ιδίωμα συνιστά με το ομώνυμο του Λουκιανού παράλληλο συγγραφικό βίο.
