Αλεξάνδρα Γαλανού: Στο πουθενά, στο μέχρι πότε και το γιατί. Εκδόσεις Μελάνι, 2022

Τα ποιήματα της νέας συλλογής της Αλεξάνδρας Γαλανού συνηχούν ωσάν «πνοή αύρας λεπτής» έναν αλγεινό απολογισμό επώδυνων ψυχικών τοπίων μέσα στο συμπυκνωμένο απόσταγμα μιας αιμάσσουσας καρδιάς. Εύηχο επίσης το κάλεσμα του νου σε κατανυκτικές ανατάσεις εξομολογητικών τόνων, επαγρυπνούσες μνήμες βιωματικών διαδρομών και νοσταλγικές ενατενίσεις ερωτικών αναμνήσεων. Ωστόσο, αχαρτογράφητη αποτυπώνει στον τίτλο την ενδοχώρα του ποιητικού της ψυχισμού, σκηνοθετώντας τις χωροχρονικές και απορητικές της συντεταγμένες «στο πουθενά, στο μέχρι πότε και το γιατί». Καθότι επιχειρεί προφανώς να φέρει στο φως την «terra incognita» της λήθης και της αλλοίωσης, της λύπης και της περισυλλογής, διασχίζοντας σε δυστοπικούς αμφίβολους καιρούς τραγικής εναγώνιας αναμονής τα ερμητικά σκοτεινά της αδιέξοδα. Σημείο εννοιολογικής αναφοράς το ολιγόστιχο αποφθεγματικό ποίημα, που επιγράφεται «Η κουκίδα», ο προτελευταίος στίχος του οποίου τιτλοφορεί τη συλλογή, ενώ ο ακροτελεύτιος προοιωνίζεται με αποσιωπητικά αμφισημίας την έξοδο από την υπαρξιακή απόγνωση και τη μετάβαση από το σκοτάδι στο φως: «Ίσως το βράδυ ν’ ανοίξουν τα σύνορα…».  

Κυρίως όμως ενδεικτικό των συμφραζομένων της παρούσας συγκομιδής το προϊδεαστικό άτιτλο ποίημα εν είδει συνοπτικής προμετωπίδας: «Ένα δύστροπο ποίημα/ κλεισμένο στον εαυτό του/ ξαγρυπνά τα βράδια/ συντροφιά με λέξεις/ από πεπαλαιωμένους έρωτες/ κι αγκυλωτά τόξα/ που του τρυπούσαν την καρδιά./ Σαν θα το βρει η μέρα/ η αιμορραγία στο χαρτί/ θα μεταμορφωθεί σε μια/ πινελιά από κόκκινο,/ έτσι για να δώσει χρώμα/ στην άχαρη ζωή του/ κι ίσως μια κάποια ελπίδα/ επιβίωσης».

Ώριμη η καινούργια γραφή της Γαλανού με ανανεωμένο ηδυσμένο λόγο από φθογγόσημα-λέξεις και εναρμόνιους ρυθμούς, αλληγορικά νοήματα εύληπτων μεταφορικών συμβολισμών και υποβλητικές εικόνες, που σε ταξιδεύουν από το χτες στο σήμερα, σε αλλοτινούς κόσμους αγαπημένων ανθρώπων και τόπων, αλλά και σε τωρινούς μουσειακούς χώρους της ιστορίας, της τέχνης και του πολιτισμού. Μια αντιστικτική πολυφωνική πανδαισία από ελάσσονες κλίμακες δραματικής έντασης, που εναλλάσσονται ενίοτε με τις μείζονες της προσδοκίας και της ελπίδας στα μέτρα της ίδιας της ζωής και τις συγχορδίες των απρόοπτων ανατροπών της.

Το εναρκτήριο ποιητικό κουαρτέτο εμπνέεται από την πανδημία του εγκλεισμού στα καθ’ ημάς, όπως και αλλαχού, έως τη μακρινή Νέα Υόρκη, που ταυτοποιεί κατά συνεκδοχή την παγκοσμιότητα του φαινομένου και την κοινή ανθρώπινη μοίρα στα συνακόλουθα δεινά. «Μια θητεία μοναξιάς/ χωρίς φύλλο πορείας» ν’ ασφυκτιά στο πρώτο ποίημα με την «άνοιξη διστακτική/ και αναποφάσιστη» ν’ αδημονεί στο δεύτερο και τρίτο, καθώς στο τέταρτο «το θέατρο του παραλόγου» διαδραματίζεται «στην Πλανητούπολη». Για την «κούκλα που έμεινε ορφανή» μιλούν στη συνέχεια δύο ποιήματα. Η μια ανήκει στο κοριτσάκι που πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς και η άλλη στο κορίτσι από το Τσιμπόκ στη Βόρεια Νιγηρία, μετά την απαγωγή της από την ισλαμική οργάνωση Μπόκο Χαράμ, σύμφωνα με την επεξηγηματική υποσημείωση. Και όμως, τα δυο κορίτσια αντικατοπτρίζουν ένα τρίτο σε παρακάτω ποίημα, που «ακόμη επιμένει/ να ζωγραφίζει/ λουλούδια στο χώμα/ για ν’ ανθίσουν.». 

Στην επόμενη οιονεί τρίπτυχη ενότητα η ποιήτρια αναστοχάζεται με μυσταγωγική μέθεξη αισθητικής τελετουργίας τις εικαστικές δημιουργίες μεγάλων Ελλήνων ζωγράφων και δύο αρχαιολογικά εκθέματα. Στην Πινακοθήκη αφ’ ενός συνομιλούν ζωντανεύοντας χρώματα, σχήματα, γυμνά και ακέφαλα μέλη με τις μορφές της ελληνικότητας και της λαϊκής μας παράδοσης. Αφ’ ετέρου, επειδή «τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο», της υπενθυμίζει ο Σεφέρης, επισκέπτεται την επώνυμη προτομή της «Νεφερτίτης» και το κομμένο «δεξί χέρι» ανώνυμου γυναικείου αγάλματος στα αντίστοιχα ποιήματα των συνειρμικών περιγραφών.

Άλλα ποιήματα ανασυνθέτουν «μέσα στη σιωπή της εγκατάλειψης» αέναες ιστορίες σπιτιών, καταγραφές κειμηλίων και μετοικεσίες προγόνων στα ανεξίτηλα αποτυπώματα της αναβίωσής τους. Εμβληματικό το ποίημα «Η Φωτογραφία», χαρισμένο στη διακεκριμένη ποιήτρια μητέρα της, Ναδίνα Δημητρίου, που το επιβεβαιώνει σε ένα δικό της επιγραμματικό ποίημα: «Είν’ όλα αυτά/ που μένουν/ πίσω από τον θάνατό μας/ μακροημερεύοντας/ το ζωντανό της ύπαρξής μας/ όταν ακόμη/ ήλιου φως δεσμεύει.». Εξ ου και επί τα ίχνη της η θυγατέρα Αλεξάνδρα επισημαίνει: «Το ανοιχτό παράθυρο/ ο ηλιακός και ο κήπος.».

Πέρα από τους στίχους που συνυφαίνουν τη μοναξιά με «αχτίδα φως» και στο διαλογικό ποίημα «Η Συνταγή» τη μελαγχολία με «ελπίδες θεραπείας», συναρθρώνονται τα ελεγειακά ποιήματα της Νέκυιας ως «Αποχαιρετισμός» και «Μνημόσυνο» σε προσφιλείς τεθνεώτες. Στην κορύφωση η οδύνη συνοδοιπορεί με τον σπαραγμό για τη θαλασσοφίλητη Αμμόχωστο και μεταστοιχειώνεται σε «τραγούδια λυπητερά», όπου αφουγκραζόμαστε μαζί της «το κλάμα γλάρου/ που ξέμεινε στον Πύργο του Οθέλλου».