Στέκομαι στη μέση ενός χωραφιού πλημμυρισμένου από νερά στα Λύμπια και κάνω με τις γαλότσες που μού ‘δωσαν γκλουπ γκλουπ μέσα στις λάσπες – το μυαλό μου γεμίζει από κουτσουλιές καθώς σκέφτομαι το παλιό σπίτι, τα παλιά τραπέζια, τις παλιές χαρές πριν αυτές γίνουν μνημόσυνα διαψεύδοντας την αθανασία της νεότητας που μας κατάτρεχε, ήσυχοι ακόμη στην πίστη του αιώνιου. Κάποιες ωραίες μορφές, κάποιους ωραίους ανθρώπους που στέκονται ως ομιχλώδεις πια μορφές ανάμεσα σε κόλλυβα – ωραία όλα κάποτε.
Τα πράγματα σπανίζουν πια. Συνήθως -λένε- αυτό συμβαίνει μεγαλώνοντας: Παύει η χάρη του παρελθόντος, κι η ζωή γεμίζει από στόχους, νίκες, ήττες (κυρίως), ηδονές και ποικιλόμορφες εξαρτήσεις – παύει η αθωότητα για πάντα στις μαθηματικές μας σκέψεις. Συμβαίνει πάντα αργά αργά, σαν ένα σαράκι που σε τρώει προσπαθώντας μάταια να φτιάξεις νέες σχέσεις, δεσμούς, εναγκαλισμούς που θα αντέξουν στον χρόνο – τίποτα δεν επιβιώνει, τίποτα δεν παραμένει, τίποτα δεν θα ‘ναι ίδιο γύρω από τον εαυτό σου σε πέντε χρόνια. Τα πράγματα μαραίνονται όπως ανθίζουν – ας είναι αυτό πια θέσφατο: Διαψεύδονται τα γεγονότα, όπως αρχικά επιβεβαιώθηκαν. Όλα. Μαυρίζουν όπως κάποτε ήταν ξέξασπρα. Όλα. Όλα υπό διάλυση – οι παλιές «ανακαινίσεις» έγιναν περασμένες πραγματικότητες που δεν κατάφεραν να αρθρώσουν εντέλει άχνα. Τα νερά μάς πνίγουν. Γυάλινες μοναξιές και γύρω γύρω πύργοι. Στο χωριό, βέβαια, τα πράγματα είναι διαφορετικά: Στο χώμα επιστρέφονται όλα, στην αρχή – ως αίσθηση, όχι σε κατοίκους.
Τον έβλεπα κάποια βράδια στην καντίνα της εργασίας του στο ΡΙΚ – είχε ένα είδος χάρης· ένα θείο δώρο από το πουθενά καθώς κάπνιζε την πίπα του κι έτρωγε ψημένο λουκάνικο. «Γράφετε ακόμη ποιήματα;». «Γράφω». Πώς αλλιώς; Είναι σαν όλα τα ανόητα που κάνουμε κατά καιρούς για την επιβίωση να τρακάρουν στα ίδια βράχια, να μην αξίζουν τίποτα, όταν συνειδητοποιείς το φως της Τέχνης, το φως το ανελέητο του αόρατου θείου που εκβάλλει στο νου από τον ουρανό, από την πρώτη μας πηγή. «Δεν είμαι αισιόδοξος…», μου είχε πει με τρεις του λέξεις. Επέστρεψα χθες και σ’ αυτό που είχε γράψει η Κωνσταντία – πόσο λυπάμαι γι’ αυτή τη χώρα την πικρή: «Ήτανε αθώοι, αφού κάνανε ό,τι τους διατάξανε, ήταν αθώοι, κάνανε ό,τι τους είπανε, ήταν αθώοι, πρέπει κι αυτούς πια να τους θάψουμε» (σελ. 107, «Πικρία χώρα»). Συμβαίνει παντού. Αλλά αλλιώς είναι όταν ξεριζώνονται τα σκουριασμένα φτερά. Πίκρα. Πίκρα στο στόμα.
«Πες, ποιητή, τι βλέπεις στον καιρό σου;», είχα ρωτήσει και τον έτερο μεγάλο μας Ποιητή. «Δεν είμαι αισιόδοξος. Αυτή τη χώρα θα την καταπιεί ο λύκος – αργά ή γρήγορα. Όσο εμείς θα φτιάχνουμε ουρανοξύστες στο μεσογειακό Μανχάταν. Όσο θα ανεβάζουμε τα νοίκια σαν Παρίσι – απέναντι υφαίνεται ο ιστός της αράχνης καθώς θα ετοιμάζεται να καταβροχθίσει το μικρό πτηνό που την περιφέρει. Θα μπορούσε να ‘ταν μια κάποια λύση ό,τι καταστροφικό προηγήθηκε, ένα “δώρο” γείωσης – ούτε αυτό. Απτόητοι. Να ‘ναι η μη παιδεία; Να ‘ναι τα σαπισμένα μας μυαλά; Να ‘ναι τα “μαύρα” λεφτά; Να ‘ναι αυτή η ξιπασιά κι η αλαζονεία που επανέρχεται κατά καιρούς -αυτή η κατάρα ενός ανόητου λαού- και που ένα γερό χτύπημα σαν θεία δίκη θα επισημάνει την ματαίωση;». «Κίνδυνος, ποιητή;». «Δεν είμαι αισιόδοξος. Δεν υπάρχουν πια βάσεις. Η τίγρης έχει βάλει τα νύχια της γύρω από το μικρό ελαφάκι. Το περιφέρει. Το παραζάλισε πια. Δεν θα το αφήσει αν δεν το φάει. Δεν θα ξεφύγει το μικρό ελαφάκι. Μωροί οι κάτοικοι, μωροί, κατάμονοι στον κόσμο πιστεύοντας πως θα ‘χουν προστασία. Έφτιαξαν φίλους που θα τους αδειάσουν, κι όχι τα “τείχη” εντός. Δεν είμαι αισιόδοξος».
Όλοι γράφουν για τον Μιχάλη. Αλλά δεν είναι ειλικρινείς οι αναφορές – διά της πλαγίας «πυροβολούμε» το «κεφάλι». Ο Μιχάλης δεν είναι το πρόβλημα· είναι μια κουκίδα στο όλον, στη γενικότερη εικόνα για την οποία οι σοβαροί προφήτες μειδιούν ήδη και σκούζουν. Ας είναι ένα ακόμη (τελευταίο του) λάθος οι «24 ώρες», ας είναι μία (τελευταία του) κομματική υποχώρηση η αντικατάσταση της Αναστασίας last minute «ένεκα…», κι ας αρχίσει να σοβαρεύεται πια· όσο το επικοινωνιακό «παιχνίδι» δεν πιάνει ευθυκρισία και ακουμπάει απλώς την άτην του νομοτελειακού αρχαίου κανόνα, τα πράγματα ίσα που προλαβαίνουν να μην γίνουν επικίνδυνα – μα, τόσοι παρατρεχάμενοι, τέτοια «αυλή», τόσοι «χιλιάδες υποστηρικτές», και δεν βρίσκεται ένας να τον προστατεύσει και να του μιλήσει ειλικρινά – ή δεν τους το «επιτρέπει» εκείνος; Ας δώσουμε, όμως, πίστωση, πριν «ο πέτρινος προφήτης θα ουρλιάξει» – που λέει κι ο Σαχτούρης. Ας είμαστε καλοπροαίρετοι. Κι ας «καταντήσει» ο Μιχάλης να ήταν μόνο το σαμάρι.
Εμείς θα κοιμηθούμε πάλι όπως στρώσαμε. Στη Λευκωσία, στο ισόγειο ενός (ακόμη) ψηλού κτηρίου της Κύπρου, στρώθηκαν απ’ το πρωί πλαστικές καρέκλες και τραπέζια σε σειρά – για τους εργάτες μάλλον. Γι’ αυτά τα απλά που ένα δυστύχημα μας κάνει να ξεχνάμε και να ενοχλούμαστε στα «πάρε με όταν φτάσεις» της μάνας μας, και δεν σκεφτόμαστε πως η ζωή σε μια φλασιά της ίσως εκτροχιαστεί για πάντα. Τρωγόμαστε όλοι με τα ρούχα μας, τις «έγνοιες μας» κι έρχονται τα τραγικά να μας υπενθυμίσουν τις αλφαβήτες – ξεχνάμε το παιδικό ζυμωτό ψωμί, την κουρτίνα του απομεσήμερου που πάει μπρος πίσω καθώς φυσάει το ανοιξιάτικο αεράκι του Μαρτίου, μια αγκαλιά, ένα μελό «σ’ αγαπώ»· αυτά τα απλά που έχουν εκβάλει σε ματαίωση. Είναι ωραία πάντως που βρέχει λιγάκι, πριν τον καύσωνα. Είναι ωραία που κάτι ξεπλένεται πριν.